Είναι πάντως αξιοπαρουσίαστο το γεγονός ότι, παρότι η λατρεία της Μεγάλης Μητέρας θεάς εκτοπίστηκε και με την επικράτηση της ιουδαιοχριστιανικής αίρεσης καταδιώχθηκε με μανία, στο συγκεκριμένο όρος Κάρμηλο της Παλαιστίνης, η Μεγάλη Μητέρα του Υιού θεού, επανήλθε τον 13ο αιώνα της κ.χ. με το καθολικό τάγμα των Καρμηλιτισών μοναχών, του οποίου οι μοναχές είναι αφιερωμένες στην ίδια Μητέρα του Υιού του θεού, η λατρεία της οποίας επανέκαμψε στο πρόσωπο της Παναγίας. Κι αν αναλογιστούμε ότι η Μεγάλη Μητέρα των Καβειρίων αποκαλείται «Αξίερος», δηλαδή Άγια – ιερή, άρα πανάγια, τότε βλέπουμε ότι η αρχαία λατρεία, σε πείσμα των μισογύνηδων του ιουδαιοχριστιανικού ιερατείου, επανήλθε και καθιερώθηκε θριαμβευτικά με την νέα έκδοση της Μεγάλης Μητέρας ως Παναγίας.
Η «Κουροτρόφος»,ένα λίθινο αγαλματίδιο της νεολιθικής εποχής που προέρχεται από την ακρόπολη του Σέσκλου, είναι η πρώτη παγκόσμια εικόνα της Μεγάλης Μητέρας με τον Υιό βρέφος. Μια εικόνα που θα παραμείνει αυτούσια ως σύνθεση, παρότι θα πάρει πάμπολλες ονομασίες, Κυβέλη, Συμέλη, Δήμητρα, Ίσιδα, Παναγία, γνωστή στους αιώνες με την γλυκιά ονομασία «βρεφοκρατούσα». Η μητρική στοργή και τρυφερότητα, επειδή υπερβαίνουν την εγωιστική μορφή της αγάπης, ανάγονται σε υπερβατικές καταβολές και είναι – μέσα από το μυστήριο που τις συνοδεύει- η πρώτη μορφή ιερού δεσμού από τον οποίον πηγάζει η πρωταρχική αντίληψη της Μεγάλης Μητέρας, την οποία λατρεύαμε, λατρεύουμε και θα λατρεύουμε συνεχώς. Το σύμπλεγμα της «Κουροτρόφου», της «Βρεφοκρατούσας», δεν είναι καλλιτεχνική σύλληψη, ούτε συναισθηματική φόρτιση μητρικής αποκλειστικά εικόνας, αλλά ιερό πανανθρώπινο βίωμα υπέρβασης του «εγώ» και ένωσης με την πρωταρχική ουσία.
Για την Μεγάλη Μητέρα και για τους Μεγάλους θεούς και θεές, δεν ήταν φρόνιμο να μιλούν οι άνθρωποι. Στην τραγωδία του Σοφοκλή, «Οιδίπους επί Κολονώ», ο Οιδίποδας ικετεύει τις θεές λέγοντας:
«Αγριομάτες δέσποινες, αφού στην χώρα ετούτη
Κάθισα παρακαλεστής στο κάθισμά σας πρώτα
Μη φανείτε σκληρόκαρδες σε μένα και στον Φοίβο
Που όντας μου προμάντευε τις συμφορές εκείνες
Προείπε μου αυτόν τον τελειωμό, αφού καιρός περάσει
Όταν θαρθώ στον υστερνό τον τόπο και θάβρω
Την κατοικία των σεμνών θεών και φιλοξενία
Εκεί και την βαριόμοιρη ζωή μου θα τελειώσω….
Και ο χορός αποκρίνεται,
«Κάποιος πλανητεμένος,
πλανητεμένος είναι
Ο γέρος, όχι ντόπιος.
Αλλιώς αυτός ποτέ του
Δεν θα σίμωνε
Στ’ απάτητο το δάσος
Των φοβερών παρθένων
Που δεν αποκοτούμε
Να πούμε τα’ όνομά τους
Και που τις προσπερνούμε
Χωρίς να τις κοιτάμε
Χωρίς να πούμε λέξη

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ορφικά και πυθαγόρεια μυστήρια

Αισθητική του Υπαρξισμού

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα και στον Τίμαιο του Πλάτωνα