η ψυχή ως κίνηση στον Παρμενίδη και τον Πλάτωνα







Ο Παρμενίδης υποστηρίζει ότι το όν ως αμετάβλητο είναι προσιτό μόνο στην καθαρή σκέψη. Από τους τους φιλοσόφους της ελεατικής σχολής, ο Παρμενίδης ταυτίζει την ψυχή με τον νού, [1]ενώ ο Έρωτας έχει την δυνατότητα να μεταφέρει την ψυχή από το αόρατο στο ορατό και να την ανακαλέσει πίσω. Η ψυχή θεωρείται ανεξάρτητη υπόσταση,δεν προέρχεται από μείγμα υλικών στοιχείων, έχει μία προύπαρξη πριν την είσοδό της στο ορατό, δηλαδή πριν την είσοδό της στην ζωή του σώματος. Ο Νούς είναι ο κύριος της περιφοράς των ουρανίων σωμάτων .[2] Κατά τον Αριστοτέλη ο Αναξαγόρας προηγήθηκε στην αντίληψη ότι ο Νούς κινεί τα πάντα. Η διαφορά τους είναι ότι ο Πλάτων δεν ξεκινά την δημιουργία από την ακινησία. Μία τέτοια αντίληψη την θεωρεί λαθεμένη. Ως προς τα ουράνια σώματα βεβαιώνεται η πανάρχαια αντίληψη ότι είναι θεικά. O Πλάτων δεν μπορούσε να υποστηρίξει ότι δεν έχουν κάτι το σωματικό, ούτε όμως να δεχτεί την άποψη του Αναξαγόρα και του Δημοκρίτου, ότι τα άστρα είναι άψυχα λιθάρια. [3]  Τα ουράνια σώματα είναι  «ζώα, έχοντα μεν ψυχήν, έχοντα δε σώμα », όπως οι θεοί στο Φαίδρο.[4]  Ως προς την ψυχή του ήλιου, παρατηρεί ο Πλάτων,  ότι αυτή τον κινεί, όπως κινεί τους ανθρώπους η ψυχή.
Ο Πλάτων ορίζει το όν ως αυτό που έχει πάντοτε την ίδια ουσία, είναι ιδέα ή είδος. Υπάρχουν πολλοί δίκαιοι, καλοί και ωραίοι άνθρωποι.  Η δικαιοσύνη, η καλοσύνη και η ομορφιά ωστόσο είναι μία. Όπου στον κόσμο της εμπειρίας υπάρχει πολλαπλότητα, στην περιοχή των ιδεών υπάρχει ενότητα, για κάθε περιοχή της πολλαπλότητας. Ο Fouillee υποστηρίζει ότι η ενότητα των αντιθέτων στον αισθητό κόσμο υπαινίσσεται μία παρόμοια ενότητα των αντιθέτων στις Ιδέες .Οι δυσκολίες οι οποίες αφορούν την συμμετοχή των αισθητών πραγμάτων στις Ιδέες μπορούν να επιλυθούν όταν διαπιστώσουμε πόσο η μία Ιδέα υπεΟ Πλάτων συνάπτει το γίγνεσθαι του Ηράκλειτου ( Κρατύλος 411 c ), με το είναι του Παρμενίδη ( Θεαίτητος 180 d- 181 b).  Aφήνοντας το γίγνεσθαι να μετέχει στο είναι σώζει τα φαινόμενα , δίνει κάποια υπόσταση στον κόσμο των φαινομένων, ορθόνωντας τα πάνω από τον αφανισμό και την αδιάκοπη μεταβολή. Η  γένεσις εις ουσίαν που είδαμε στον Φίληβο,  είναι αδιάλειπτα ενεργός πάνω στα μεταβαλλόμενα όντα, τα οποία συμμετέχουν συνεχώς στο ουσιαστικό και το αμετάβλητο. Η ανεξαρτησία της ψυχής από το σώμα πλουτίζεται στον  Φαίδωνα με πρωτότυπα νοήματα. Η έννοια του θανάτου δεν συνδέεται με την υποστασιακή λύση της ψυχής από το σώμα, που οριοθετεί το χρονικό τέρμα της ζωής. Θάνατος εδώ σημαίνει αποστασιοποίηση από κάθετι που την εμποδίζει από τον στοχασμό και την θέαση της Ιδέας. Η αποστροφή της ψυχής από την πολυπλοκότητα της αισθητηριακής εμπειρίας είναι επίσης μία μορφή θανάτου. Ο νούς πρέπει να ελευθερωθεί από την αίσθηση και την σωματικότητα, γι’αυτό πρέπει όλα όσα τον εμποδίζουν να εκμηδενιστούν. Ο θάνατος υπο αυτήν την έννοια, δεν έχει σκοπό να φέρει το τέρμα της ζωής, μα να κάνει τον άνθρωπο ηθικά και γνωστικά αυτοτελή, εφόσον η ψυχή που διασπάται στην υλικότητα και τις ανάγκες του σώματος, αντλεί από εκεί τα κριτήριά της και δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει λογισμό και γνήσια αρετή αιτίας ( Μένων 98 α ).
Επειδή λοιπόν τα πάντα μέσα στην φύση είναι συγγενικά και η ψυχή έχει μάθει τα πάντα,  τίποτα δεν εμποδίζει κάποιον αφού έχει μάθει ένα πράγμα, να ανακαλύψει με τον ίδιο τρόπο όλα τα υπόλοιπα για τον εαυτό του, με την προυπόθεση ότι είναι γενναίος και δεν τον κουράζει η αναζήτηση. Διότι το να αναζητά και να μαθαίνει κανείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά ανάμνηση…».[5] 
To αποτέλεσμα της θεάσεως αυτής είναι ο εραστής να μην γίνεται ο αγαπημένος ενός άλλου προσώπου, αλλά των ίδιων των θεών, ετσι που να καθίσταται κατά το δυνατό αθάνατος και εκείνος ( Συμπόσιο  212 a 3-7). 
Κατά τον Δημόκριτο η ψυχή είναι εκείνη που παρέχει την κίνηση στις συγκεντρώσεις των σωμάτων με έμφυτη ακινησία. Αυτά τα άτομα συνθέτουν την φωτιά και την ψυχή. Η ικανότητα της αντίληψης και η σκέψη εξαρτάται από την κίνηση της ψυχής. Η παραμονή των ατόμων της ψυχής εξασφαλίζεται με την αναπνοή, η οποία αντικαθιστά διαρκώς τα λεία μόρια της ψυχής, που  εκδιώκονται υπο την πίεση της περιβάλλουσας ατμόσφαιρας. Έρχεται όμως η στιγμή που η αναπνοή δεν μπορεί να εκτελέσει την παραπάνω λειτουργία και τότε επέρχεται ο θάνατος. Με τον θάνατο καταργείται η ενότητα των ατόμων που σχημάτιζαν τον συγκεκριμένο ζωντανό οργανισμό. Τα άτομα αυτά της ψυχής, όπως και τα άλλα άτομα δεν καταστρέφονται ούτε μεταβάλλονται ειδολογικά, επιστρέφουν όμως στην αεικίνητη μάζα της ουσίας του κόσμου. [6]  Οι υλικές συνθήκες συνδέονται με αυτό που συνήθως αποκαλούμε χωρόχρονο. Η άποψη του Newton για την φύση του χωρόχρονου, εκκινά από την πλατωνική θεωρία. Ο  Δημιουργός, το λιοντάρι που βαδίζει στην έρημο εξαλείφοντας τα ίχνη του-το παρελθόν του ούτε η ύλη ως υποδοχή και πρόσληψη υπάρχουν ο ένας χωρίς την άλλη.[7] Η αρχαία ελληνική έννοια της ψυχής,όπως δείχνει ο Πλάτωνας στον Φαίδωνα, δεν σημαίνει κάτι προσδιορισμένο : είναι ζωική αρχή, πνεύμα και εαυτός. Ο Πυθαγόρας φαίνεται να κατανοεί την ψυχή ως εαυτό, και ως ζωική αρχήΟ Σωκράτης θέτει ως αξίωμα ότι η ψυχή έχει αυτενέργεια, δική της δύναμη και ζωή, τα οποία μεταδίδει και στο σώμα. Ούτε ο άνθρωπος, ούτε τα ζώα, θα μπορούσαν να εμφανίζουν τις ιδιότητες αυτές, εάν δεν υπήρχε η ψυχή, η οποία δίνει στον οργανισμό την αυτενέργεια και την αυθυπαρξία, όπως η φωτιά προσφέρει την θερμότητα σε ένα δωμάτιο  Επίσης η ψυχή δίνει την κίνηση στην καρδιά, η οποία παύει να λειτουργεί όταν η ψυχή αποχωρισθεί από το σώμα. [8]  Η φύση της ψυχής είναι τόσο θεική όσο και ανθρώπινη, σύμφωνα με τα πάθη και τις ενέργειές της, όπως αναφέρεται στον Φαίδρο. Πολλοί σύγχρονοι φιλόσοφοι άλλωστε υποστηρίζουν ότι η ψυχή δεν είναι παρά  αποτέλεσμα  της  σωματικής ισορροπίας, και κάθε παραφροσύνη της είναι ανθρώπινη αρρώστια. Ο θεϊκός χαρακτήρας ορισμένων εκστατικών καταστάσεων της ψυχής, εμπεριέχει έναν ουσιώδη δεσμό της ψυχής με εκείνο που είναι θεϊκό, και το διακριτό σημάδι του θεϊκού είναι η αθανασία.[9]  Η πραγματική φύση της ψυχής είναι εκείνη, που προσφέρει η ίδια στον εαυτό της όταν νοεί.  Όσο για να γνωρίσουμε εάν αυτή είναι μία ή πολλαπλή , το ζήτημα δεν είναι ξεκάθαρο. Όλα εξαρτώνται από εκείνο με το οποίο μία ψυχή ασχολείται. Είναι ακόμη η απόδειξη της αθανασίας της που προηγείται θεματολογικά όλων των άλλων προβλημάτων στο Φαίδρο   Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία όταν κάνει λόγο για την διαφορά μεταξύ των ανθρώπων και καθώς επιδιώκει να τους διακρίνει σε τάξεις , δηγείται στους πολίτες έναν μύθο, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Ο Θεός όμως όταν έπλασε τις ψυχές τους ανέμειξε καθαρό χρυσό για εκείνους οι οποίοι προορίζονται να γίνουν φύλακες, άργυρο για εκείνους που είναι πολεμιστές, σίδηρο και χαλκό για τους τεχνίτες και τους γεωργούς: «εστέ μέν γάρ δή πάντες οι εν τη πόλει αδελφοί, ως φήσομεν προς αυτούς  μυθολογούντες, αλλ’ο θεός πλάττων, όσοι μεν υμών ικανοί άρχειν, χρυσόν εν τη γενέσει συνέμειξεν αυτοίς, διό τιμιώτατοι εισίν. όσοι δε επίκουροι άργυρον. σίδηρον δε και  χαλκόν τοις δημιουργοίς»[10] . Η ψυχή όταν χωρίζεται από το σώμα γίνεται καθαρή, αγγίζει το θεïκό και το αθάνατο  αφού ανήκει στο « αόρατο, το αεi εις τοιούτον τόπον έτερον  H  αποστροφή της ψυχής από την πολυπλοκότητα της αισθητηριακής εμπειρίας είναι επίσης μία μορφή θανάτου. Ο νούς πρέπει να ελευθερωθεί από την αίσθηση και την σωματικότητα, γι’αυτό πρέπει όλα όσα τον εμποδίζουν να εκμηδενιστούν. Ο θάνατος υπο αυτήν την έννοια, δεν έχει σκοπό να φέρει το τέρμα της ζωής, μα να κάνει τον άνθρωπο ηθικά και γνωστικά αυτοτελή, εφόσον η ψυχή που διασπάται στην υλικότητα και τις ανάγκες του σώματος, αντλεί από εκεί τα κριτήριά της και δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει λογισμό και γνήσια αρετή αιτίας ( Μένων 98 α ). Στον Τίμαιο μάλιστα η απόλυτη ευδαιμονία συντελείται μέσα στο αισθητό σύμπαν, και όχι σε έναν υπερουράνιο τόπο. Ο άνθρωπος δεν εκμηδενίζει το σώμα, αλλά ασκεί τον νού, η δε άσκηση αυτή συνδιάζεται με την ηδονή όπως αναφέρεται στον Φίληβο. Σε ένα έλλογο και τακτικό σύμπαν, η κατά γενική ομολογία ανορθολογική συμπεριφορά των ανθρώπων, φαίνεται πλέον και παράταιρη και ιάσιμη. Η ψυχή υποστηρίζει ο Πλάτων διαφοροποιείται ουσιωδώς από το σώμα, με τον θάνατο απαλλάσσεται από αυτό, είναι αθάνατη, κρίνεται μάλιστα μετά τον θάνατο σύμφωνα με τις πράξεις της, και ανταμείβεται ή τιμωρείται.(
Η ψυχή έχει ζωτική δύναμη, κάτι που υποστήριξε και ο Εμπεδοκλής και ο Αναξαγόρας, ο δε κόσμος είναι κάτι το έμψυχο κινείται και ζεί με βάση την κινητική δύναμη της ψυχής. Ο Νούς όπως υποστήριξε πρώτος ο Αναξαγόρας, είναι η διατακτική δύναμη, που συντονίζει όλα τα όντα.
Αναφορικά με το άπειρον, αποδίδεται από τον Αριστοτέλη στον Αναξίμανδρο η ακόλουθη απόφανση : το άπειρο, το οποίο εξισώνεται με το θεικό, είναι αθάνατο και άφθαρτο. Ολοφάνερα όμως εμφανίζονται οι αντιθέσεις στον Αναξίμανδρο και κατόπιν στον Ηράκλειτο, να αποκτούν θεμελιώδη σημασία, για την πρόοδο του σκέπτεσθαι : « οι άλλοι όμως λένε ότι τα αντίθετα προέρχονται μέσα από το ένα μέσα στο οποίο ενυπάρχουν…»[11]  O μεταγενέστερος δυϊσμός πνεύματος και φύσεως , ή υποκειμένου και αντικειμένου, υπάρχει ήδη εν σπέρματι στον Παρμενίδη. Ο διαχωρισμός είναι και νοείν του Παρμενίδη, είναι ο απόσπαση της ανθρώπινης σκέψης  από το αντικείμενό της.[12]Η ψυχή είναι νόηση στην καθαυτότητά της, επιπλέον με την άσκηση και την επίμονη μελέτη, απαλλάσσεται από τα ταραχοποιά πάθη και τις ηδονές του σώματος. Όταν ο άνθρωπος πεθάνει η ψυχή μεταβαίνει στον συγγενή της κόσμο των Ιδεών, όχι ως Ιδέα, αλλά ως συγγενής προς αυτές οντότητα.Ο K .Popper υποστηρίζει ότι στην πλατωνική μεταφυσική η «θεωρία της αθανασίας της ψυχής», είναι μία ηθική και όχι μεταφυσική άποψη. Μας θυμίζει ότι ο Πλάτων ήταν ο άνδρας «που διέθετε την θεϊκή σπίθα, διέθετε την λογική, την αγάπη για την αλήθεια, τον ανθρωπισμό και την ομορφιά». Με αυτή την οπτική μπορούμε να κάνουμε λόγο για τον ορισμό της πλάτωνικής αυτονομίας της ηθικής στην διάκριση μεταξύ αισθητού και υπεραισθητού.[13]

Στον Τίμαιο ο Δημιουργός αναθέτει στους  κατώτερους θεούς το χρέος της κατασκευής της ανθρώπινης ψυχής, ωστόσο πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι δεν υπάρχει καμμία αναφορά για την κατασκευή ψυχών κατωτέρου επιπέδου. Όλες οι θνητές ψυχές προέρχονται από την ίδια πηγή και υλικό. Οι διαφορές τους δεν περιλαμβάνονται ξεκάθαρα στις προθέσεις του Δημιουργού. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάποιες ψυχές δεν ακολουθούν με την ίδια ευκολία τον δρόμο προς την αθανατότητα, και βρίσκονται σε διάφορα ατελή στάδια της αιώνιας Μορφής. Αυτές οι ψυχές που πέφτουν στην υλική πραγματικότητα και ανάγκη, είναι οπωσδήποτε αρκετές στον κόσμο των ανθρώπων. Είναι οι ψυχές οι οποίες δεν έχουν κατορθώσει να δούν όλα τα είδη των ανθρώπινων ενσαρκώσεων, κατατάσσονται για τον λόγο αυτόν, σε εννέα κατηγορίες ανάλογα με την ικανότητά τους αναφορικά με την θέαση των Καθαρών Μορφών.[14]Επειδή ο θάνατος είναι ένα αγαθό, ο αληθινός φιλόσοφος άρα δεν θα πρέπει να το επιδιώξει; Ο Σωκράτης στον Φαίδωνα προκαλεί την έκπληξη του Κέβη, όταν θέτει ως αρχή ότι η θρησκευτική συνείδηση το απαγορεύει. Η επίλυση αυτής της θεωρητικής δυσκολίας αναζητείται αρχικά στην ερμηνεία μίας ιερουργικής διατύπωσης των μυστηρίων. Τα ανθρώπινα πράγματα είναι αντικείμενο των θεών και ιδιοκτησία τους. Οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από την επιτήρησή τους. Ακόμα και για να πεθάνουν πρέπει να λάβουν εντολή από τους κυριάρχους τους.[15]Ο Κέβης αντιλαμβάνεται την λογική αντίφαση : εάν είμαστε ιδιοκτησία των θεών και αυτοί θεωρούνται οι κάλλιστοι κύριοι, είναι ανόητο για έναν φιλόσοφο να μην επιθυμεί τον θάνατο σαν μία απελευθέρωση. Ο Σιμμίας παρατηρεί επίσης ότι αυτή είναι η περίπτωση του Σωκράτη, ο οποίος δεν εξοργίζεται με τους θεούς και καλοσωρίζει τον θάνατο. Ο Σωκράτης αναγκάζεται λοιπόν να προβεί αυτή την φορά για χάρη των φίλων του σε μία συνηγορία της στάσης του και του φιλοσόφου γενικότερα απέναντι στον θάνατο.[16]Το κυρίαρχο θέμα αυτής της συνηγορίας είναι η επιβεβαίωση μίας διπλής ελπίδας, εκείνης του να βρεί κανείς στον Άδη Θεούς άλλους από εκείνους αυτού του κόσμου, αλλά εξίσου καλούς και σοφούς, και επίσης να συναντήσει κανείς αυτούς τους νεκρούς ,στους οποίους η χαρισματική ζωή, τους εξασφάλισε την αιώνια ευδαιμονία, σύμφωνα με τις παλιές παραδόσεις. Πρόκειται επομένως να αιτιολογήσει ο Σωκράτης αυτήν την διπλή ελπίδα μέσα από πιθανές αιτίες.[17]  Η πρώτη αιτία αναφέρεται στην διαγωγή του ίδιου του φιλοσόφου: η μοναδική του ενασχόληση είναι πράγματι να πορευτεί προς τον θάνατο και εν τέλει να πεθάνει. Γιατί ο φιλόσοφος πρέπει να εξοργιστεί με τον να επιδιώκει τον στόχο αυτόν;  Η ιδιαίτερη ποιότητα του θανάτου για τον οποίο αυτός εργάζεται μας προσφέρει ένα δεύτερο κίνητρο. Ο θάνατος είναι ένα  γεγονός το οποίο αποδίδει  το   σώμα σε αυτό το ίδιο και την ψυχή στον εαυτό της, είναι με άλλα λόγια ο διαχωρισμός τους. [18]Εάν η προηγούμενη θεωρία είναι αληθινή, κάθε πραγματικότητα (δίκαιο, ωραίο, καλό, ή μέγεθος, υγεία, δύναμη) μπορεί να γίνει γνωστή επακριβώς, και αμιγώς στην αλήθεια της ατομικής της ουσίας, μόνο μέσα από τον λογικό στοχασμό δίχως να αναμειγνύονται οι αισθήσεις που προέρχονται από το υλικό σώμα.

  To συμπέρασμα που επιβάλλεται από τον προηγούμενο συλλογισμό είναι ότι η ψυχή δεν θα γνωρίσει τίποτε αληθινά -πράγμα που είναι ο σκοπoς της -παρά μετά τον θάνατο και ολοκληρωτικά χωρισμένη από το σώμα. [19]Η ψυχή είναι αρχή ζωής, έτσι  ώστε όταν είναι αυτή παρούσα σε ένα σώμα το καθιστά ζωντανό. Το σώμα είναι απλώς το όχημα το προορισμένο να την μεταφέρει. Εκείνη δημιούργησε όλα τα αισθητά και αποτελεί την παγκόσμια αιτία των μετασχηματισμών κάθε πράγματος. Κινεί από μόνη τον εαυτό της, ενώ παράλληλα είναι η αιώνια αρχή της κίνησης και της τάξης για όλα όσα υπάρχουν. [20]




[1]  Παρμενίδης : « Το γαρ αυτό νοείν εστίν τε και  είναι». D.K  28 B 3.


[2]  Νόμοι I B, 966 d-e. Πβ. 967 b  : « ως νούς είη ο διακεκοσμηκώς πανθ’ ‘οσα εν ουρανώ»

 

[3]  Νόμοι I 889 b.

 

[4]  246  c-d.

[5]  Μένων 80d-81d, εκδόσεις Κάκτος.
[6] Κων/νος Ράντης : « Φύσις και Πνεύμα- από τους προσωκρατικούς στην κριτική θεωρία» ,
Πολύτροπον, Αθήνα 2008.:  Ο Πλάτωνας δεν διανοείται την υλική συνθήκη ως χώρο αποθήκευσης,που διαμορφώνεται από την παραγωγή ή την σύνθεση του Δημιουργού. Δέν διαθέτει μία διάσταση που προηγείται της πράξης,δεν είναι πρωτογενής, ούτε αρχέγονη στην συγκρότηση του σύμπαντος των ειδώλων.

[7] Τίμαιος :30a  52-53, D 69 b και Φαίδων 67 d στο Β. Κάλφας- Γ. Ζωγραφίδης :  « Αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι : Πλάτων » , Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, σ. 124 : Ο Πλάτων δεν πιστεύει πως ο θεός επιβάλλει τους κανόνες του υλικού κόσμου στην χρονική περίοδο που μπορούμε να ονομάσουμε προύπαρξη. Δεν συμπεραίνει ότι ο χώρος και ο χρόνος προυπάρχουν όπως ο Νεύτων. Ο κόσμος όταν δημιουργήθηκε γεννήθηκε ως κόσμος σε εξέλιξη.
[8] Πλάτωνος Φαίδων  106 b- 107 b  : «  ει μεν το αθάνατον και ανώλεθρον εστίν, αδύνατον ψυχή, όταν θάνατος επ’αυτήν ίη απόλλυσθαι….επιόντος άρα θανάτου επι τον άνθρωπον το μεν θνητόν ως έοικεν αυτού αποθνήσκει, το δ’αθάνατον σών και αδιάφθορον οίχεται απιών υπεκχωρήσαν τω θανάτω….παντός μάλλον άρα,έφη, ω Κέβης, ψυχή αθάνατον και ανώλεθρον ,και τω όντι έσονται ημών αι ψυχαί εν Άιδου.»

[9]Monique Dixsaut Bibliotheque des philosophes:Platon, Le desire de comprendre, Paris, Libraire philosophique J. Vrin, σ.σ 197.

[10] Πλάτων Πολιτεία XXI, σ.σ 415.

[11]  D. K  .12 A 9 a, I I 96.

 

[12] Κων/νος Ράντης : ¨Φύσις και Πνεύμα – από τους προσωκρατικούς στην κριτική θεωρία», Πολύτροπον,2008, σ. 59.

 

[13]  Ronald . B .  .Levinson “In   defence of   Plato”University of Maine, New York, Russell ahd Russell,   1970,  σ.σ  217,300.

 

[14]   Τσάτσος Κ: «Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων ελλήνων», 1962, Αθήνα, σ.σ 37.

 

[15] Φαίδων 62 a-c στο Collection des Universites de France,”Platon”,oeuvres completes,tome IV,”Phedon”,Texte etabli et traduit par Leon Robin,Paris,s ociete d’edition “Les belles lettres”,1970,σ.σ.24.

[16]   Φαίδων  62c-63b.

 

[17]   Φαίδων 63b-64a.

[18] Collection des Universites de France,” Platon” oeuvres completes, tome  IV,”Phedon”,texte etabli et traduit par Leon Robin, Paris,societe d’edition”Les belles lettres”,1970, σ.σ. 25. Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή στον « Μένωνα»  (80 d-86 a),  όπου  τα δεδομένα των αισθήσεων διαφοροποιούνται από τα νοητά, και χαρακτηρίζονται από τέλεια Μορφή.Ο Σωκράτης εξισώνει την ψυχή προς την αρμονία.Η μεν πρώτη απόδειξη είναι φυσική, η δεύτερη ψυχολογική, και η Τρίτη οντολογική.Υπάρχει ενότητα του πνεύματος και των  νοουμένων όντων. Η ψυχή δεν απόλλυται εις το μηδέν,αλλά και δεν μεταβαίνει από το μηδέν στο Είναι. .[18] Δίπλα στην ψυχή, που είναι πρεσβύτατον και θειότατον, υπάρχει πάντοτε ο Νούς, εφόσον η ψυχή αποτελεί την έδρα του


[20] Στον Τίμαιο (37 c) η κίνηση της ψυχής εμφανίζεται με δύο διαφορετικούς τρόπους: υπάρχει η ορατή κίνηση του κάθε ζωντανού οργανισμού,και η κίνηση της Νόησης η οποία φέρεται προς τα νοητά αντικείμενα και επικοινωνεί μαζί τους. Στους Νόμους η αυτοκινησία της ψυχής διαχωρίζεται από τις φυσικές κινήσεις των υλικών σωμάτων. Η ψυχή ορίζεται ως η «εαυτή κινούσα κίνησις», η οποία μπορεί να προκαλέσει τα διάφορα γεγονότα της συνείδησης ή της σκέψης: επιθυμία, πρόβλεψη, βούληση, γνώμη αληθινή ή εσφαλμένη, χαρά ή λύπη, εμπιστοσύνη ή φόβο, αγάπη ή μίσος  .                            

                                  

 

 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ορφικά και πυθαγόρεια μυστήρια

Αισθητική του Υπαρξισμού

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα και στον Τίμαιο του Πλάτωνα