Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΤΑ ΠΛΑΤΩΝΑ.








 Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΚΑΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΑ.
Ο Θάνατος όπως τονίζει ο φιλόσοφος στον «Γοργία»(542b) δεν είναι παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων που πριν ήταν ενωμένα, της ψυχής και του σώματος. Ο Πλάτωνας  οφείλουμε να τονίσουμε ότι ανήκει στους φιλοσόφους που υπερασπίζονται την ζωή. Προσφέρει με την σκέψη του στους ανθρώπους την κατάκτηση του εαυτού και του κόσμου, χρησιμοποιεί δε κάθε στιγμή της ζωής αξιοποιώντας την στο έπακρο. Παράλληλα με αυτήν την στάση ζωής τοποθετείται ξεκάθαρα στο θέμα του θανάτου, καθώς ασχολείται επισταμένως στα έργα του με την φύση και την πορεία της ψυχής, όπως επίσης και την μεταθανάτια τύχη της.
Χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτόν το παράδειγμα του δασκάλου του, του Σωκράτη. Η θανατική του καταδίκη και ο τρόπος που ο φιλόσοφος την αντιμετώπισε, αποτελούν την καλύτερη μαρτυρία για την στάση του φιλοσόφου απέναντι στο θάνατο. Στην «Πολιτεία»( βιβλίο Α΄331 α)(1) τοποθετεί τον απλό άνθρωπο απέναντι στον θάνατο και γράφει : «γνώριζε όμως Σωκράτη ,πως όταν κανείς βρίσκεται στο τέλος της ζωής του, τον πιάνει ένας φόβος και μία συλλογή για πράγματα που ούτε τα έβαζε πριν στον νου του, για όλα εκείνα που διηγούνται για τον Άδη, και για τις τιμωρίες που περιμένουν εκεί κάτω όσους έκαμαν αδικίες σε αυτόν τον κόσμο, ενώ έως τώρα τα περιέπαιζε, τότε δα αρχίζουν και ανησυχούν την ψυχή του…αρχίζει να εξετάζει και να αναθεωρεί τις πράξεις του,μήπως έκανε καμμία αδικία….»
Η «Πολιτεία» είναι ο διάλογος περί δικαίου του Πλάτωνα, γι’αυτό τον βλέπουμε να τοποθετεί τον δίκαιο και τον άδικο άνθρωπο απέναντι στον θάνατο.
Ο Hράκλειτος και οι οπαδοί του υποστήριζαν ότι τα πάντα στον κόσμο του χώρου και του χρόνου μεταβάλλονται, «τα πάντα ρεί» κατά την προσφιλή τους έκφραση. Συνέπεια αυτής της θεωρίας είναι ότι τίποτε δεν μπορούμε να γνωρίσουμε στον κόσμο αυτόν,εφόσον κάθε τι διαφοροποιείται από τη μία στιγμή στην άλλη. Η γνώση απαιτεί τη γνώση ενός σταθερού αντικειμένου. Ο Παρμενίδης από την άλλη υποστηρίζει ότι η σταθερή και αιώνια πραγματικότητα υφίσταται,αλλά ο άνθρωπος μπορεί να την συλλάβει μονάχα με την ενέργεια του νού χωρίς την μεσολάβησή των αισθήσεων. Το αντικείμενο της γνώσης πρέπει να είναι αμετάβλητο και αιώνιο,εκτός χρόνου και μεταβολής,ενώ οι αισθήσεις μας φέρνουν σε επαφή με ότι είναι μεταβλητό και φθαρτό.Ο Πλάτων υποστήριξε πως τα αντικείμενα της γνώσης είναι αντικείμενα που μπορούν να οριστούν και υπάρχουν,αλλά δεν πρέπει να οριστούν με τίποτα,το οποίο υπάρχει στον αισθητό κόσμο.Υπάρχουν σε έναν ιδανικό κόσμο πέρα από τον χώρο και τον χρόνο,που περιέχει τα αιώνια και τέλεια πρωτότυπα του φυσικού κόσμου.(1)Η κυριότερη μάχη στη ζωή για τον φιλόσοφο είναι η μάχη ενάντια στην άγνοια.Ο πλατωνικός Σωκράτης περιφρονεί τις ψεύτικες ασχολίες των ανθρώπων που το μόνο που επιδιώκουν είναι να ικανοποιήσουν τις υλικές τους ανάγκες και επιθυμίες.Αγωνίζεται για την αλήθεια και φτάνει μπροστά στον θάνατο λέγοντας: “λίγοι είναι οι πραγματικά θεόπνευστοι και αυτοί δεν είναι παρά όσοι έχουν ζήσει ως πραγματικοί φιλόσοφοι.Εγώ καθόλου δεν έπαψα να επιζητώ σε όλη την διάρκεια της ζωής μου και με κάθε τρόπο να γίνω ένας από αυτούς.Εάν δε σωστά αναζήτησα και κατόρθωσα κάτι,όταν έλθω εκεί θα γνωρίσω την αλήθεια αν θέλει ο θεός».(Φαίδων 69 d,εκδ.Ζαχαρόπουλος).
 Στον «Μένωνα» υπάρχει η εξής αναφορά “η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατη και άλλοτε βέβαια τελειώνει όποτε λέμε ότι ο άνθρωπος πεθαίνει,άλλοτε πάλι γεννιέται,ποτέ όμως δεν χάνεται.Γι’αυτό πρέπει λοιπόν να ζεί κανείς την ζωή του όσο το δυνατό συμφωνότερα προς την αγνότητα που επιτάσσουν οι θείοι νόμοι.Γιατί από όσους πληρωμή της παλιάς τους αμαρτίας θέλει η Περσεφόνη να δεχτεί,ξαναστέλνει σε εννέα χρόνια στην γή μας τις ψυχές τους και από αυτούς γεννιώνται…»(81β,εκδ Ζαχαρόπουλος).
Αναφέρει ο Πλάτων παράλληλα το απόσπασμα του Πινδάρου,όπου σημειώνεται ο περίφημος κύκλος των εννιά χρόνων για την επαναφορά των ψυχών στην γή.Όμως αυτό το χρονικό διάστημα δεν πρέπει να το θεωρήσουμε κυριολεκτικά,δηλαδή δεν ξέρουμε τι εννοεί ο φιλόσοφος με τον όρο έτη.Στον «Φαίδρο» συναντάμε ξανά την ίδια αντίληψη
Περισσότερο καθορισμένη: «…η ψυχή κυλίεται άνους γύρω από την γη και κάτω από την γη επί εννέα χιλιάδες χρόνια» Σε άλλο σημείο του «Φαίδρου» τα χρόνια που απαιτούνται για την απελευθέρωση της ψυχής είναι δέκα χιλιάδες,ενώ στον περίφημο μύθο του Ηρός στην «Πολιτεία» υπάρχει η περίφημη χιλιόχρονη πορεία.
Με βάση τα γραφόμενα στον «Φαίδρο» η ψυχή έχει την δυνατότητα,που της προσφέρει ο φιλοσοφικός έρωτας στον συγκεκριμένο διάλογο,να αποκτήσει φτερά και να ανέλθει σε υπερουράνιους κόσμους όπου θα αντικρύσει την υπέρτατη τελειότητα.
Το αθάνατο μέρος της ψυχής το ημέτερον και άρχον
( Πολιτεία Θ 245 c-eείναι το λογιστικό για την ανθρώπινη ψυχή, και αυτό παραμένει αβλαβές υπό ορισμένες συνθήκες.
.Όταν η ψυχή τελειωθεί και αποκτήσει φτερά, περιπλανιέται στον αιθέρα και διοικεί όλο τον κόσμο.Όταν όμως χάσει το πτέρωμά της,πηγαινοέρχεται εδώ και εκεί,μέχρις ότου αρπαχτεί από κάτι στερεό,καταλαμβάνει με άλλα λόγια ένα ανθρώπινο σώμα,το οποίο φαίνεται ότι κινεί τον εαυτό του,ενώ στην πραγματικότητα αντλεί δύναμη από την ψυχή.
  Αντλώντας από το βάθος της ψυχής μπορεί κανείς να ξεπεράσει τις σκόρπιες και ασύντακτες γνώμες,να επισημάνει τις ορθές,και να προχωρήσει στην αληθινή γνώση,η οποία στηρίζεται στον λογισμό της αιτίας( «Φαίδων 98 a).
Γιατί οι γνώμες φεύγουν ,έστω και εάν ήταν κάποτε ορθές, οι γνώσεις όμως δένονται με την αιτιολόγησή τους, και αυτή δεν είναι παρά η ανάμνηση. Η Ανάμνηση ως λογισμός της αιτίας είναι η εγρήγορση της συνείδησης,η οποία επαναφέρει τις πρωταρχές του πνευματικού της πλούτου.
Η πραγματική επιστήμη στηρίζεται στην λογική και την ψυχή,η οποία πιστοποιεί την δύναμη της αναζήτησης προς την αλήθεια.
Η προσπάθεια της αναμνήσεως αποτελεί το μέσο ώστε να μεταβληθεί η εξωτερικότητα των ορθών απόψεων σε εσωτερικότητα μίας γνώσης, που είναι αδύνατο να απωλεσθεί Η ανάμνηση όταν είναι αληθινά κατανοημένη, προσλαμβάνει  υπόσταση.
Στον «Φαίδωνα» (72 e- 76 d) o Kέβης προτίθεται να συνοψίσει τα συμπεράσματα του «Μένωνα» ορίζοντας την ανάμνηση ως εξής: υπάρχει μία γνώση όλων των πραγμάτων, η οποία είναι παρούσα εντός μας , και η οποία μας επιτρέπει να δώσουμε καλές απαντήσεις εάν τίθενται καλές ερωτήσεις. Ο Κέβης ωστόσο αποσιωπά δύο αξιοσημείωτες αρχές: α) ότι η παραπάνω γνώση δεν βρίσκεται στην πορεία του παρόντος βίου,και β) υφίσταται η αναγκαιότητα να έχει κανείς λησμονήσει για να ξαναθυμηθεί. Ο Κέβης  παραλείπει την κίνηση της ψυχής όταν συγκεντρώνεται στον εαυτό της, καθώς και το ότι τα πάντα έχουν εκληφθεί από αυτήν κατά έναν διανεμητικό και διαδοχικό τρόπο. Επίσης δεν κάνει καμμία αναφορά στην συγγένεια της ψυχής με τον τρόπο λειτουργίας της φύσης. Η εν λόγω συγγένεια έγγυται στο ότι αρκεί κανείς να έχει επιμονή στην αναζήτησή του για να κατανοήσει τα πάντα.
Σε όλες τις εποχές γεννήθηκαν άνθρωποι οι οποίοι με ανεξήγητο τρόπο κατείχαν εκ γενετής γνώσεις και ικανότητες τις οποίες ποτέ δεν έμαθαν. Ο Πλάτων υποστηρίζει ότι δύο είναι οι πηγές της έμφυτης γνώσης: είτε προέρχονται από προηγούμενη ενσάρκωση, είτε από την θέαση του κόσμου των Ιδεών. Στον Μένωνα η ανάμνηση είναι η λύση στην σοφιστική απορία, η οποία αναφέρεται στον «Ευθύδημο». Με άλλα λόγια είναι αδύνατο να μάθει κανείς εκείνο που γνωρίζει από πάντα. Η ψυχή έχει δεί λόγω των πολλαπλών γεννήσεων όλα τα πράγματα: εκείνα του εδώ κόσμου, και εκείνα του κάτω κόσμου. Είναι αθάνατη και χίλιες φορές αναγεννημένη, επομένως δεν υπάρχει κάτι που να μην έχει μάθει. Αυτό που εμείς ονομάζουμε μάθηση είναι επί της ουσίας η ανάμνηση και η ανακατανόηση  των πραγμάτων, εφόσον η ψυχή έχει επίγνωση των πάντων.[1] 

Κατά τον Πλάτωνα υπάρχει διπλή γέννηση: «εκ των δύο γενέσεων οι οποίες οδηγούν εκ της ζωής εις τον θάνατον και εκ του θανάτου εις την ζωήν, η μία είναι φανερά η γένεσις του θανάτου».Τονίζει ότι η γέννηση-πέρασμα στον θάνατο είναι φανερή σε όλους. Στον «Πολιτικό» γράφει: “όταν πράγματι ο ορισθείς χρόνος συνεπληρώθει… έκαστη ψυχή εξώφλησε τον λογαριασμό της των αναγεννήσεων, και έπεσεν  ως σπόρος εις την γήν, τόσας φοράς όσας εις την κάθε μίαν είχε καθορισθεί…»
O,τι ο Ορφισμός είδε μονόπλευρα και κλειστά,δηλαδή τον άνθρωπο ως εσωτερικότητα,ο Πλάτων το αντιλαμβάνεται πολύπλευρα και ανοιχτα.Ο άνθρωπος αποτελεί μία αντικειμενικά ελευθερωμένη οντότητα. Στην «Πολιτεία» φανερώνεται η ουσία του ανθρώπου πολυδύναμη σε σχέση με την ψυχή. Είτε προς το ακρότατο αγαθό ,την Ιδέα, είτε προς τα κατώτατα αγαθά, τα υλικά,δεν υπάρχει ενέργεια και αξία έξω από την επικράτεια της ψυχής.
 Επειδή έχει οριστεί σαν αξίωμα ότι η γνώση της καθ’εαυτής φύσης των πραγματικοτήτων πρέπει να είναι προγενέστερη της αισθητής εμπειρίας, αυτό υποδηλώνει ότι την γνώση των πραγμάτων όπως υπάρχουν καθ’εαυτά, εμείς την έχουμε πριν την γέννησή μας. Στον «Φαίδωνα» ο Σωκράτης αναπτύσσει τον παραπάνω προβληματισμό, καθώς αναρωτιέται αν την γνώση μπορεί να την διατηρήσει ο άνθρωπος και μετά την γέννησή του ή πρέπει να περάσει πάλι από την διαδικασία της μάθησης, δηλαδή να ξαναθυμηθεί;
 Είναι φανερά εσφαλμένο να πούμε ότι όλοι γνωρίζουν τα πάντα χωρίς να έχουν να μάθουν. Εάν η λήθη αφορά την ενσάρκωση όλες οι ανθρώπινες ψυχές πρέπει να είναι θύματα της ίδιας ισότιμης λήθης. Πράγμα που διαψεύδεται εκ νέου από την άνιση ικανότητα που έχει ο καθένας να ξαναμάθει. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να φανταστεί όπως το κάνει ο Σωκράτης στον «Φαίδρο» ότι ορισμένες ψυχές πριν την ενσάρκωσή τους, «είδαν» περισσότερα από άλλες, αλλά ο «Φαίδων» δεν λέει τίποτα τέτοιο. Ο άνθρωπος που γνωρίζει αναγνωρίζεται ως προς την ικανότητά του να αιτιολογεί αυτό που ξέρει. Όλοι δεν είναι εμφανώς ικανοί να γνωρίζουν αληθινά, δηλαδή να αναγνωρίζονται ως προς την ικανότητά τους να αιτιολογούν αυτό που γνωρίζουν. Όλοι θεωρητικά οφείλουν να μπορούν να αναμιμνήσκουν, αλλά όλοι εκ των πραγμάτων δεν το μπορούν ή δεν το επιθυμούν, πράγμα που σε τελευταία ανάλυση είναι το ίδιο.
Αναφορικά με την ψυχή το γεγονός της γέννησής της έχει την ίδια σημασία με το γεγονός του θανάτου της. Διαθέτει μάλιστα την διπλή δύναμη να δονείται από την πλευρά του νοητού, ταυτόχρονα όμως να επηρεάζεται από την έλλειψη νοησιμότητας και πραγματικότητας του αισθητού. Δεν μπορεί κανείς να εξαλείψει από την γνώση τα γεγονότα.
 Στον «Φαίδωνα» ο Σωκράτης, μπορεί να διαχωρίσει την προύπαρξη της ψυχής από την ανάμνηση. Το να πούμε ότι η ψυχή μας υπήρχε «πρίν», σημαίνει  ότι αυτή υπάρχει με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν «τα πράγματα καθ’εαυτά». Η ψυχή επομένως είναι όμοια αλλά όχι ταυτόσημη με την καθαρή πραγματικότητα, άρα απαλλάσσεται από κάθε μυθικό στοιχείο. Η ψυχή και οι καθ’εαυτές πραγματικότητες επισημαίνει ο Σωκράτης διακρίνονται από την ισότιμη αναγκαιότητά τους να υπάρχουν. Η προύπαρξη δεν πρέπει να εννοείται χρονολογικά αλλά ως μία ύπαρξη ανεξάρτητη από κάθε ύπαρξη και από κάθε γέννηση. Με τον τρόπο αυτόν επιβεβαιώνεται μία μορφή ισότητας μεταξύ αφενός της οντολογικής-αχρονικής αιωνιότητας που αποτελούν οι καθαρές Μορφές, και αφετέρου του τρόπου ύπαρξης της ψυχής. 
Πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να παραχωρηθεί στην ψυχή ένα είδος αιωνιότητας. Η ανάμνηση προβάλλει την γνώση στο παρελθόν, σε έναν πρότερο χρόνο, τον χρόνο του πάντοτε, σε ένα παρελθόν που συντάσσει την σκέψη όχι μερικώς, αλλά με τόση πληρότητα, που η ξαφνική απώλεια της γνώσης να μην σημαίνει παρά την σύνδεση σκέψης και χρόνου.
Η ανάμνηση έχει τον ιδιαίτερο τρόπο της χρονικότητας,ο οποίος ορίζεται από τις δικές της απαιτήσεις και όχι από την ροή του χρόνου. Εάν η γνώση θεωρείται κεκτημένο της ψυχής, τούτο σημαίνει η ζωή δεν έχει να προσκομίσει τίποτε στην γνώση, κάθε δε κίνηση προς την γνώση είναι ταυτόχρονα πρόοδος και επιστροφή. Ο χρόνος που ενέχεται στην ανάμνηση δεν είναι ο εμπειρικός χρόνος, που είναι αμετάκλητα προσανατολισμένος, ούτε εκείνος της σκέψης .Ο χρόνος δεν έχει νόημα για την σκέψη αλλά ωστόσο έχει μία πραγματικότητα.Η ύπαρξη των Μορφών και των Ουσιών στον Πλάτωνα, δεν παρουσιάζεται σαν μία υπόθεση που δεν έχει τίποτα το αυθαίρετο, γιατί αυτή προκύπτει από την δύναμη που έχουν ορισμένες μορφές να αναμιμνήσκουν. Βέβαια ο Πλάτων ορίζει ως αντικείμενο της ανάμνησης ,ως τρόπο ύπαρξης στον ο οποίο η ψυχή οφείλει να προσομοιάσει, ως την φύση εκείνου στο οποίο ο φιλόσοφος αποβλέπει, λέγοντας Ουσίες και όχι Μορφές.(1)
 Για τον Πλάτωνα κάθε πραγματικότητα είναι είτε μοντέλο, είτε εικόνα, εκτός από την ψυχή, που δεν είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Δεν υπάρχει ούτε ένας διάλογος που να μην  αναφέρεται στην ψυχή, ούτε μία ερώτηση που να μην την εμπλέκει: «η ψυχή είναι το αγαθό το πιο θεικό και το πιο ιδιαίτερο, αλλά κανείς από εμάς δεν τιμά όπως πρέπει την ψυχή τουΗ ζωή και η σκέψη από αυτήν αντλούν τις κινήσεις τους, ο κόσμος την σύνοχή του, η πόλη την οργάνωσή της. Τα πάντα συγκλίνουν προς την ψυχή και εγγράφονται σε αυτήν. Αυτή είναι ο εσωτερικός δεσμός που εμποδίζει την πλατωνική ψυχολογία, την ηθική, την κοσμολογία, να συσταθούν σε αυτόνομες επιστήμες. Όλες οι χρησιμοποιημένες κατηγορίες μπορούν να μεταφερθούν πράγματι από το ένα πεδίο στο άλλο με άξονα την ψυχή.
H συγκλονιστική  εικόνα της ζωής, που σχεδιάζει η  «Πολιτεία», και  από την καλή και από την κακή της όψη, δεν είναι τίποτε άλλο παρά εικόνα της ψυχής. Και η αρματόδρομία των ψυχών, όπως παρουσιάζεται από τον Σωκράτη στον «Φαίδρο», όπου κάθε ψυχή αγωνίζεται να ακολουθήσει τον θεό της, είναι στην πράξη αναπαράσταση της ηθικής πάλης του ανθρώπου για την ανακάλυψη της αληθινής του προσωπικότητας. Η ψυχή στην εμπειρική πολιτεία δεν είναι εξαυλωμένη αρχή όπως την οραματίστηκε ο ορφισμός αλλά συγκεκριμένη δύναμη και ενέργεια. Δεν είναι κλειστή μεταφυσική οντότητα, που νοιάζεται μόνον για την μεταφυσική της μοίρα, αλλά μία μαχητική δύναμη, που διεκδικεί για την ζωή και τον εαυτό της(O Πλάτων διατυπώνει την περί ψυχής θεωρία του, με σκοπό να μας προσφέρει, μία λογική ερμηνεία της πραγματικότητας. Από αυτή την πραγματικότητα, ο λόγος του φιλοσόφου, ερμηνεύει την ουσία της ψυχής, δηλαδή τις βασικές δυνάμεις του ψυχικού κόσμου. Η ανθρώπινη ψυχή παρουσιάζεται ως αντικατοπτρισμός του κόσμου στην πολυμορφία του. Η ψυχή από την άποψη αυτή δεν είναι ενότητα αλλά διαίρεση. Η  εμπειρική κατάτμηση της ψυχικής ζωής, είναι αδύνατο να παρουσιάσει την ενότητα, που είναι ουσιαστικά η εσωτερική ψυχική ζωή.
  
Η ψυχή, η πόλις, και ο κόσμος, θέτουν στον Πλάτωνα τον ίδιο προβληματισμό. Τα μέρη της ψυχής, επομένως και οι αρετές της οφείλουν να εναρμονιστούν. Στην ιδανική Πόλη οι κοινωνικές τάξεις, άρα και οι τύποι των ανθρώπων που τις αποτελούν, πρέπει να ενωθούν αρμονικά, στην δε λογική σκέψη να συνεργαστεί η νοητή με την εμπειρική αιτιότητα.
Για την ψυχή, την πόλη και τον κόσμο, υπάρχει το εξής κοινό:
δεν υπάρχει για όλα αυτά δυνατή διαλεκτική γνώση, ο λόγος που καθορίζει τις περιπτώσεις αυτές είναι πάντοτε κανονιστικός.
Για να γνωρίσει κανείς την ψυχή, επομένως την πόλη και τον κόσμο, πρέπει να τα αναγάγει σε ένα μοντέλο τάξεως. Η ανθρώπινη ψυχή άλλωστε μπορεί τόσο να προσομοιάσει στο θεικό όσο και να μιμηθεί την πιο άγρια ζωότητα, μία πόλη μπορεί να είναι τέλεια κυβερνημένη όσο και αναρχική, και ο κόσμος μπορεί να οδηγηθεί στο καλό ή στο κακό. Η ψυχή δεν ανήκει στις ουσίες, αλλά αποκτά ισορροπίες κάτω από την διακυβέρνηση της νόησης.
Η επιστέγαση της κοσμικής θεωρίας του Πλάτωνα καταλήγει στην εσωτερική υπόσταση του Όντος. Ο κόσμος υπερβαίνει την φύση εκκινώντας από μία μεταφυσική πηγή. Η πραγματική προέλευση της ανθρώπινης πράξεως από την οποία δημιουργείται ο «υπέρ της φύσεως»  κόσμος ανήκει στο πνευματικό γίγνεσθαι,με το οποίο η ανθρώπινη διάνοια διατηρεί άρρηκτο δεσμό.Το γεγονός αυτό οφείλεται στο θεαματικό χαρακτηριστικό του πνεύματος που ονομάσαμε ανάμνηση. Η ανάμνηση δημιουργήθηκε μετά την αποξένωση μας από το τέλειο σύμπαν των Ιδεών.Στην ξένη γή ,μέσα στον κόσμο της φύσης, όπου τα ανθρώπινα όντα βιώνουν την απώλεια της μεταφυσικής τους ταυτότητας,η λήθη επικρατεί προσδίδοντας υπόσταση μονάχα στο παρόν.Ο άνθρωπος επιζητεί την επανασύνδεσή του με τα όντως όντα και αυτό το επιτυγχάνει με την γνώση των πραγμάτων η οποία παρέχεται από την μνήμη.
           Η παρουσία του ανθρώπου μέσα στο φυσικό σύμπαν καθίσταται δυνατή εφόσον οι πράξεις του εναρμονίζονται με το πρότυπο των αιώνιων Μορφών. Οι πράξεις αυτές προέρχονται από την εσωτερική και την εξωτερική εμπειρία. Κατευθύνονται ωστόσο από το νοητικό μέρος της ψυχής. Το ουσιαστικό περιεχόμενο του πνεύματος υπερβαίνει τον αισθητό κόσμο της φύσεως, ο οποίος αποτελείται από το απτό και ορατό στοιχείο. Η περιοχή των σταθερών προτύπων τοποθετείται ουσιαστικά εκτός του φυσικού τόπου και χρόνου, περικλείει στην ουσία της τα χαρακτηριστικά του άπειρου και του αιώνιου. Πρόκειται επομένως για έναν κόσμο φυσικώς ανύπαρκτο, και μόνο μεταφυσικώς υπαρκτό. Το γνωρίζων υποκείμενο έρχεται σε επικοινωνία με αυτόν με την διαδικασία της ανάμνησης η οποία έχει και στατική και κινητική μορφή. Η πρώτη ανάγεται στην παρουσία του Πνεύματος στον χώρο και η δεύτερη στον χρόνο. Ο άνθρωπος ακολουθεί την πορεία της ζωής του με την νοσταλγία του ταξιδιώτη που αναζητά την πατρίδα του.Ο κόσμος του παρόντος είναι εφήμερος και παροδικός,για τον λόγο αυτό ο Πλάτων επιδιώκει να ιδρύσει μία Πολιτεία στα πλαίσια της φυσικής πραγματικότητας ,η οποία να ακολουθεί τα πρότυπα της ουράνιας πολιτείας των Ιδεών, όπου βρισκόταν το Πνεύμα πριν καταστεί ανθρώπινο. Το πνεύμα συνδέεται εφόσον αποκτά την γνώση των αισθητών αντικειμένων με το στοιχείο της υλικότητας. Τον δεσμό αυτόν προσπαθεί να υπερνικήσει το Πνεύμα με την καλλιέργεια της φιλοσοφικής γνώσης. Μέσω αυτής ο άνθρωπος καθίσταται πολίτης ενός καθολικού κόσμου όπου η ύλη και το  πνεύμα αποκτούν ενιαία υπόσταση.O εαυτός μας λέει ο Σωκράτης, δεν είναι το σώμα μας και τα πράγματα που αφορούν το σώμα αυτό. Το σώμα είναι κάτι που ανήκει σε εμάς, δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι.(1)Υπάρχουν λοιπόν δύο κόσμοι: ο κόσμος του μη όντος και ο κόσμος του όντος. Ο κόσμος της απάτης και ο κόσμος της αλήθειας. Ο «Φαίδρος» ειδικότερα είναι «γέννεσις προς την ουσίαν», δηλαδή  η προσπάθεια του Πλάτωνα να οδηγήσει την ανθρώπινη αναζήτηση στο Ον, το Αγαθό, και την Αλήθεια. Η διαλεκτική του Πλάτωνα είναι κατεξοχήν αντιδογματική. Έρως, σύνθεση, ιεραρχία, είναι στοιχεία, που δεν εντάσσουν το πνεύμα του φιλοσόφου σε μία κατηγορία σκέψης, ώστε  αρετή του να είναι και να βιώνεται η πνευματική εγρήγορση.


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ορφικά και πυθαγόρεια μυστήρια

Αισθητική του Υπαρξισμού

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα και στον Τίμαιο του Πλάτωνα