Φωτογραφία: Η λατρεία της Δήμητρας, προσωποποίησε το δράμα της φύσης σχετικά με τη γένεση και τον θάνατο των φυτών έχοντας καθαρά αγροτικό χαρακτήρα, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον κύκλο των αγροτικών εργασιών από τη σπορά ως τη συγκομιδή. Έτσι αναγκαστικά αφού είχε να κάνει με την κύρια και βασική ανάγκη των ανθρώπων (τροφή) απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα και σεβασμό. Ήταν μια λατρεία με κύριες πρωταρχικά αναφορές στις δυνατότητες της αγροτικής θρησκείας, στην επίτευξη της γνώσης για την επιβίωση και ταυτόχρονα την ανθρώπινης ευτυχία, και λόγω της περιπέτειας της κόρης-ψυχής είχε και μία εσχατολογική διδασκαλία. Η μητρική κοιλιά της μεγάλης μητέρας θεάς ταυτίστηκε με τη γη έχοντας ως παράγωγο και στις δύο περιπτώσεις τους καρπούς.
Τα Ελευσίνια μυστήρια μετά τους πρώτους χρόνους τέλεσης τους κατόρθωσαν να γίνουν ευρύτατα διαδεδομένα σε όλο τον ελληνισμό, από την μικρά Ασία έως την Ιταλία και από τη Κασπία θάλασσα έως την Αφρική και γρήγορα απέκτησαν σπουδαία φήμη, ως κλασικά μυστήρια της Ελλάδας.

Οι τελετές της Ελευσίνας με τις μυστηριακές αναπαραστάσεις των πιο πολύτιμων μυστικών της Φύσης και κατ’ επέκταση του εαυτού μας, επισκίασαν και σταδιακά απορρόφησαν προηγούμενα μυστήρια αλλά και πολλές μικρότερες φιλοσοφικές σχολές και τάσεις, ενσωματώνοντας στο δικό τους σύστημα οποιαδήποτε πολύτιμη πληροφορία αυτές κατείχαν.

Σκοπός των ελευσίνιων όπως και των προηγούμενο μυστηρίων της Σαμοθράκης δηλαδή αυτά των Κάβειρων ήταν ο εξαγνισμός, η μάθηση, η εξιλέωση, η αδελφοποίηση, η Θεραπεία, και η καλή Τύχη των πιστών.
Αν και σχεδόν όλοι οι μύστες τήρησαν Ιερή σιγή για τα απόρρητα των μυστηρίων, μπορούμε χοντρικά μέσα από τα γραπτά τους να ανακαλύψουμε, α) ότι ο κόσμος που μας περιβάλει δεν είναι ορατός τουλάχιστον σε όλα του τα επίπεδα, β) ότι μια νέα ποιοτικότερη από τη προηγούμενη ζωή αρχίζει μετά τον γήινο θάνατο.

Οι μυημένοι αφού πρωτίστως είχαν αποβάλλει το φόβο του θανάτου και της συμπαντικής εξαφάνισης, φημίζονταν σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο για την ωραιότητα των φιλοσοφικών τους αντιλήψεων και τα υψηλά κριτήρια ηθικής αλλά και της δικαιοσύνης που βίωναν στην καθημερινή τους ζωή.
Η διδασκαλία αυτή όμως ως κόρη οφθαλμού έπρεπε να διαφυλαχθεί από τους βέβηλους ώστε να αντέξει στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι με τη πάροδο των χρόνων οι ιερείς συνέχισαν να καλύπτουν τον αληθή λόγο μέσα στους μύθους δίνοντας του πολλαπλές ερμηνείες. Τέλος οι ιερείς αφού (διαμέλιζαν) και μοίραζαν τον μύθο σε επίπεδα προς χάρη της ιερής μυστικότητας, έδιναν τη δυνατότητα μόνο στους μυημένους να καταφέρουν να τον ανασύρουν και να τον επαναλειτουργήσουν απ τα βάθη των ιερών αλληγοριών και των νοητικών λαβυρίνθων.
Οι ιερείς εκτός των μύθων δίδαξαν ότι η μεταθανάτια πορεία της ψυχής, καθορίζεται από τις εδώ πράξεις και επιθυμίες της αλλά και από τη δυνατότητα της να διαισθάνεται και να διαλέγει ανάμεσα στις αρετές και τα πάθη της.
Τούτο το συμπέρασμα φαίνεται ότι εξάγεται και απ τα λόγια πολλών αρχαίων μυστών όπως ο Αριστοτέλης, ο Ιπποκράτης, ο Κικέρων κ.α. που αν και είχαν δώσει Ιερό όρκο σιγής άφησαν ορισμένες «ανοικτές πόρτες» ώστε σε πρώτη φάση να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των μέχρι τότε αμύητων και σε δεύτερη φάση να καθοδηγήσουν τους ήδη μυημένους σε ανώτερα επίπεδα.
Για τους φιλοσόφους των Ελευσίνιων η γέννηση στον φυσικό κόσμο είναι ο θάνατος με την πλήρη σημασία της λέξεως και η μοναδική αληθινή γέννηση είναι αυτή της πνευματικής ψυχής του ανθρώπου που αναδύεται από τον τάφο της σωματικής φύσης.

Ο Σωκράτης γνωρίζοντας ήδη το δαιμόνιο ( την εσωτερική ψυχική του υπόσταση) αρνήθηκε να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, γιατί συνειδητοποίησε ότι η συμμετοχή του θα του σφράγιζε το στόμα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι μυημένοι φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων ο Αριστοτέλης ο Αντισθένης, οι φιλόσοφοι της πυθαγόρειας και ελεατικής σχολής καθώς και οι πολυάριθμοι μαθητές τους συγκροτούσαν μια κατά κάποιο τρόπο φωτισμένη κοινωνία που πίστευαν στον Ένα και μοναδικό Θεό δημιουργό του παντός και σε αυτόν τον «άγνωστο» χωρίς όψη αρχή και τέλος Θεό αφιέρωσαν βωμό που βρήκε κατά την περιοδεία του στην Αθήνα ο απόστολος Παύλος.
Το θρησκευτικό δόγμα των μυστηρίων πού έλεγε ότι μόνο οι μυημένοι είχαν πρόσβαση στη μετά θάνατον μακαριότητα, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του ιερού μόνο στους μύστες και δημιούργησε αθρόα προσέλευση των πιστών στην Ελευσίνα. Λόγω των ψυχικών αλλά και σωματικών δοκιμασιών οι περισσότεροι από αυτούς έσπευσαν κυρίως να μυηθούν κατά τα νεανικά τους χρόνια, αλλά υπήρξαν και πολλοί πιστοί που μη θέλοντας να χάσουν τη θεία χάρη έσπευσαν προς μύηση όταν αισθάνονταν ότι το τέλος της ζωής τους πλησιάζει.
Κυρίως λοιπόν μετά την εποχή των Περσικών Πολέμων, αφού οι Πέρσες έκλεψαν και κατέκαψαν όλα τα ιερά των Αθηνών, βλέπουμε να αποκλείονται οι βάρβαροι και δικαίωμα στη μύηση είχαν μόνο οι Αθηναίοι πολίτες. Δικαίωμα μύησης δεν είχαν επίσης οι τελέσαντες εγκλήματα και διάφορες ιερόσυλες πράξεις, άσχετα με το πόσο υψηλό αξίωμα είχαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν του αυτοκράτορα Νέρωνα, στον οποίο δεν επετράπη η συμμετοχή.
Υπάρχουν όμως και καταγεγραμμένες περιπτώσεις ξένων που γνώριζαν Ελληνικά και μυήθηκαν, αφού πρώτα τους είχε προτείνει κάποιος ήδη μυημένος (ανάδοχος) και είχαν πολιτογραφηθεί Αθηναίοι.

Έτσι συμπεραίνουμε ότι υπήρχε από τους παλαιούς εκείνους χρόνους, υψηλό θρησκευτικό αίσθημα μεταξύ των Ελλήνων που συνέβαλε στη κατάργηση της φοβίας και της δεισιδαιμονίας, εξύψωσε τη λαμπρότητα του νου, την έξαρση του ελληνικού πνεύματος, αλλά και του πατριωτισμού, αφού κατάφερε και ένωσε σε μία καινούργια νοητική διάσταση όλους τους τότε διασκορπισμένους ανά τη γη μυημένους Έλληνες. Η φήμη των μυστηρίων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν τόσο μεγάλη ώστε πολλοί ρωμαίοι ευγενείς και φιλέλληνες αυτοκράτορες όπως ο Αδριανός, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Κόμοδος κατέφθασαν στην Αθήνα για να σπουδάσουν φιλοσοφία και να λάβουν μέρος στα μυστήρια.

Κανείς απ τους μύστες δε μπορούσε να λάβει μέρος στα μεγάλα μυστήρια εάν προηγουμένως δεν είχε λάβει μέρος με επιτυχία στα μικρά τον μήνα Ανθεστηρίων στις όχθες του Ιλισού. Πολλές φορές μάλιστα ο μύστης λόγω διαφόρων κυρίως νοητικών δυσκολιών έπρεπε να περάσει μια, δύο η και τρεις φορές από τη προπαρασκευαστική μύηση των μικρών μυστηρίων ώστε να λάβει με επιτυχία μέρος στα μεγάλα μυστήρια της Ελευσίνας.

Οι ιέρειες και οι ιερείς της Δήμητρας είχαν το δικαίωμα να απαγορεύσουν τη μύηση σε όσους θεωρούσαν βέβηλους και δια θεσπισμένου νόμου απαγορεύονταν η μύηση σε διεφθαρμένους, προδότες, λιποτάκτες, αδιάφορους στα της πόλης κοινά καθώς και τους δούλους. Αυτό και μόνο δηλώνει τη μεγάλη σπουδαιότητα καθώς και τον υψηλό θρησκευτικό χαρακτήρα των μεγάλων μυστηρίων. Είναι επίσης καταγεγραμμένες περιπτώσεις που ορισμένοι κατηχούμενοι αν και είχαν περάσει επιτυχώς απ τα μικρά μυστήρια δεν ευρέθησαν καταλλήλως εξαγνισμένοι από τους ιερείς ώστε τους απαγορεύθηκε η είσοδος και η συμμετοχή στα εντός του ναού τελούμενων μεγάλων μυστηρίων.

Ο μυστηριακός άρρητος πυρήνας που χαρακτήριζε όλα τα αρχαία και ειδικότερα τα Ελευσίνια μυστήρια ασκεί μέχρι και σήμερα δυνατή έλξη για περαιτέρω μελέτη και έρευνα. Υποθέτω ότι έτσι και τότε, θα ασκούσε έλξη για γνώση, ειδικά σε αυτούς που είχαν μέσα τους αναπτυγμένη την αίσθηση του θρησκευτικού ανικανοποίητου καθώς και σε αυτούς που αισθάνονταν φυσική δίψα για μάθηση και ψυχική ανάταση. Η μυστικότητα και ο βαρύς όρκος σιωπής που τα περιέβαλε, έγινε αφορμή για διαφορετικές σύγχρονες ερμηνείες τους άλλες φορές αντιφατικές μεταξύ τους και άλλες φορές πολύ προχωρημένες, αγγίζοντας αυτό που στις μέρες μας ορίζουμε ως επιστημονική φαντασία. Οι περισσότεροι από τους σύγχρονους μελετητές είναι εκείνοι που υποστηρίζουν τη στερεότυπη άποψη ότι το μυστικό των Ελευσίνιων μυστηρίων είναι καλά κρυμμένο από βαρύ πέπλο μυστηρίου ώστε είναι αδύνατη η εύρεση και η αποκάλυψη του.

Δε συμφωνώ με αυτή την άποψη για το λόγο ότι μπορεί να μη ξέρουμε λεπτομέρειες για τις ιερουργίες και σχεδόν τίποτα για τα άρρητα τους, αλλά τουλάχιστον έχουμε ορισμένες αναφορές που μας επιτρέπουν να κάνουμε μια αρχή προσέγγισης. Είναι προτιμότερο να λαμβάνουμε υπό όψη μας όλες τις απόψεις παρά να απορρίπτουμε μερικές από αυτές όσο τολμηρές και αν είναι. Με υπομονή και παρατηρητικότητα νομίζω ότι είναι δυνατό όχι μόνο να προσεγγίσουμε αυτό το πέπλο μυστηρίου αλλά και να κατορθώσουμε να ανασηκώσουμε έστω και μία εκ των τεσσάρων γωνιών του, ώστε να αποκαλυφθεί το εσωτερικό φως, που αν και καλά κρυμμένο φωτίζει αυτοβούλως εκείνα τα μυαλά που αν και δε το βλέπουν κινούνται πέριξ αυτού και κρίνονται ικανά να λάβουν γνώση εκ των έσω.

Το τελετουργικό των Ελευσίνιων μυστηρίων ήταν πολύπλοκο και η κατανόησή του απαιτούσε απελευθέρωση του νου ως προ το νοητικό κατεστημένο αλλά και την εις βάθος μελέτη της Ελληνικής Μυθολογίας. Οι συγκρίσεις και οι παραλληλισμοί των έξω και των έσω θα πρέπει να θεωρούνταν ως αυτονόητα.
Η πρωταρχική ένωση του Θεϊκού Θηλυκού με το Ιερό Αρσενικό παριστανόταν συμβολικά με την τελετουργία του Ιερού Γάμου δίνοντας στο σύμπαν τα πρώτα σημάδια ζωής. Η Γη κι ο Ουρανός αποτελούν ως φαίνεται το πρώτο ζευγάρι στις περισσότερες θρησκείες του κόσμου. Στην Ολύμπια μυθολογία (αυτή που ακολούθησε μετά την τιτανομαχία), το ρόλο του ουράνιου θεού αναλαμβάνει πλέον ο Δίας. Αυτός με τη σειρά του παντρεύεται την Ήρα, που ως καινούργια σύζυγος-παραστάτης του νέου θεού (μετά τον Κρόνο) είναι μια νεότερη εκδοχή της προϊστορικής Θεάς και γυναίκας του Κρόνου που το όνομά της κατά μια ερμηνεία συνταυτίζεται με το έρα (Ρέα)= (γη). Η Ρέα ως σύζυγος του Κρόνου – Χρόνου φαίνεται ότι ταυτίζετε περισσότερο με την ύλη παρά με τη γη. Μια ειδικότερη έκφανση της μορφοποιείται και εμφανίζεται ως Δήμητρα (Δημήτηρ= Γη Μήτηρ), η οποία κυοφορεί την Περσεφόνη -το σπόρο του σιταριού που θάβεται και ξαναγεννιέται.

Η Δήμητρα ως προστάτης των γυναικών των γάμων και γενικώς των θεσμών λατρεύτηκε και ως θεσμοφόρος έχοντας ειδική τελετουργική τιμή για αυτές της τις ιδιότητες μέσα από λατρευτικές τελετές-εορτές τα Θεσμοφόρια.
Μπορούμε έτσι να πούμε ότι μέσα από αυτή τη διπλή ιδιότητα της ως προστάτιδας του γάμου αλλά ως πρώτης διδασκάλισσας της σποράς και της συγκομιδή των δημητριακών συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία και την ανάπτυξη των πόλεων, της σταθερής χωρίς μετακινήσεις πλέον διαβίωσης από τους ανθρώπους. Βλέπουμε τη Δήμητρα ως έννοια να λειτουργεί σαν μια γήινη μήτρα για τα φυτά αλλά και ως μια μεγάλη αγκαλιά για τους ανθρώπους, αφού τους θρέφει κατά τον βίο τους και παράλληλα τους δέχεται μέσα στους κόλπους της κατά τον θάνατο τους.

Οι μύστες συνάμα διδάσκονταν κατά τη διάρκεια ενός έτους, υψηλά θρησκευτικά δόγματα όπως η εγκράτεια η αρετή η σωφροσύνη η δικαιοσύνη αλλά και η ανεξικακία και η ελευθερία της συνειδήσεως γνωστή στις μέρες μας ως ανεξιθρησκία. Λογικό είναι βέβαια η γνώση να μη μεταδίδονταν κατ ευθείαν σε όλους τους μετέχοντες, αλλά σταδιακά παίρνοντας τους μεθοδικά από διάφορα επίπεδα-στάδια όπως μας λεει και ο Πλάτων στον Φαίδωνα:

«Εισί γάρ δή οι περί τάς τελετάς ναρθηκοφόροι μέν πολλοί βάκχοι δε τε παύροι»
δηλαδή (πολλοί έλαβαν μέρος εις τα μυστήρια αλλά λίγοι είναι οι εκλεκτοί). Με τη κλιμακωτή γνώση και ειδικότερα μετά τη γνώση για τον Ένα και μοναδικό θεό οι μύστες θα μπορούσαν να καταλάβουν ευκολότερα μεγάλες αφηρημένες έννοιες όπως της μεταφυσικής και της ηθικής αλλά και να κατανοήσουν την αλληγορία των μύθων καθώς επίσης τις φυσικές δυνάμεις που μέχρι τότε τις αντιλαμβάνονταν με τις μορφές διαφόρων θεών.

Εξ άλλου πολλά χρόνια πριν ο Ορφέας είχε ξεκινήσει το προπαρασκευαστικό μονοθεϊστικό έργο του μέσα από τους μύθους και τους ύμνους του. Από αυτόν με τη σειρά τους οι φιλόσοφοι παρέλαβαν μεγάλες έννοιες και αλήθειες και κατόπιν οι ποιητές μαζί με τους ιερείς μεταλαμπάδευσαν στους Έλληνες τις παρομοιώσεις των φυσικών φαινομένων με τα ονόματα των θεών.
Στα πρώτα στάδια της μύησης οι διδαχές δε θα μπορούσαν βέβαια να μην ήταν απλές και αλληγορικές. Αρχικά οι ιερείς συνέκριναν τον Δια με τον αιθέρα, την Ήρα με τον αέρα και η συνεύρεση αυτών των δύο είχε ως παράγωγα τα ουράνια φαινόμενα όπως η βροχή το χαλάζι οι αστραπές οι βροντές κλπ.

Ω μέγας αιθήρ! Ω Ζεύ!
Αναφωνεί μέσα από τις τραγωδίες του ο Σοφοκλής, όπως και ο Ευριπίδης:
Οράς τόν υψού τόν δ άπειρον αιθέρα

τούτον νόμιζε Ζήνα,τόν δ ηγού θεόν<

-
Όμνυμι ιερόν αιθέρ’ οίκησιν ΔιόςΗ λατρεία της Δήμητρας, προσωποποίησε το δράμα της φύσης σχετικά με τη γένεση και τον θάνατο των φυτών έχοντας καθαρά αγροτικό χαρακτήρα, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον κύκλο των αγροτικών εργασιών από τη σπορά ως τη συγκομιδή. Έτσι αναγκαστικά αφού είχε να κάνει με την κύρια και βασική ανάγκη των ανθρώπων (τροφή) απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα και σεβασμό. Ήταν μια λατρεία με κύριες πρωταρχικά αναφορές στις δυνατότητες της αγροτικής θρησκείας, στην επίτευξη της γνώσης για την επιβίωση και ταυτόχρονα την ανθρώπινης ευτυχία, και λόγω της περιπέτειας της κόρης-ψυχής είχε και μία εσχατολογική διδασκαλία. Η μητρική κοιλιά της μεγάλης μητέρας θεάς ταυτίστηκε με τη γη έχοντας ως παράγωγο και στις δύο περιπτώσεις τους καρπούς.
Τα Ελευσίνια μυστήρια μετά τους πρώτους χρόνους τέλεσης τους κατόρθωσαν να γίνουν ευρύτατα διαδεδομένα σε όλο τον ελληνισμό, από την μικρά Ασία έως την Ιταλία και από τη Κασπία θάλασσα έως την Αφρική και γρήγορα απέκτησαν σπουδαία φήμη, ως κλασικά μυστήρια της Ελλάδας.

Οι τελετές της Ελευσίνας με τις μυστηριακές αναπαραστάσεις των πιο πολύτιμων μυστικών της Φύσης και κατ’ επέκταση του εαυτού μας, επισκίασαν και σταδιακά απορρόφησαν προηγούμενα μυστήρια αλλά και πολλές μικρότερες φιλοσοφικές σχολές και τάσεις, ενσωματώνοντας στο δικό τους σύστημα οποιαδήποτε πολύτιμη πληροφορία αυτές κατείχαν.

Σκοπός των ελευσίνιων όπως και των προηγούμενο μυστηρίων της Σαμοθράκης δηλαδή αυτά των Κάβειρων ήταν ο εξαγνισμός, η μάθηση, η εξιλέωση, η αδελφοποίηση, η Θεραπεία, και η καλή Τύχη των πιστών.
Αν και σχεδόν όλοι οι μύστες τήρησαν Ιερή σιγή για τα απόρρητα των μυστηρίων, μπορούμε χοντρικά μέσα από τα γραπτά τους να ανακαλύψουμε, α) ότι ο κόσμος που μας περιβάλει δεν είναι ορατός τουλάχιστον σε όλα του τα επίπεδα, β) ότι μια νέα ποιοτικότερη από τη προηγούμενη ζωή αρχίζει μετά τον γήινο θάνατο.

Οι μυημένοι αφού πρωτίστως είχαν αποβάλλει το φόβο του θανάτου και της συμπαντικής εξαφάνισης, φημίζονταν σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο για την ωραιότητα των φιλοσοφικών τους αντιλήψεων και τα υψηλά κριτήρια ηθικής αλλά και της δικαιοσύνης που βίωναν στην καθημερινή τους ζωή.
Η διδασκαλία αυτή όμως ως κόρη οφθαλμού έπρεπε να διαφυλαχθεί από τους βέβηλους ώστε να αντέξει στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι με τη πάροδο των χρόνων οι ιερείς συνέχισαν να καλύπτουν τον αληθή λόγο μέσα στους μύθους δίνοντας του πολλαπλές ερμηνείες. Τέλος οι ιερείς αφού (διαμέλιζαν) και μοίραζαν τον μύθο σε επίπεδα προς χάρη της ιερής μυστικότητας, έδιναν τη δυνατότητα μόνο στους μυημένους να καταφέρουν να τον ανασύρουν και να τον επαναλειτουργήσουν απ τα βάθη των ιερών αλληγοριών και των νοητικών λαβυρίνθων.
Οι ιερείς εκτός των μύθων δίδαξαν ότι η μεταθανάτια πορεία της ψυχής, καθορίζεται από τις εδώ πράξεις και επιθυμίες της αλλά και από τη δυνατότητα της να διαισθάνεται και να διαλέγει ανάμεσα στις αρετές και τα πάθη της.
Τούτο το συμπέρασμα φαίνεται ότι εξάγεται και απ τα λόγια πολλών αρχαίων μυστών όπως ο Αριστοτέλης, ο Ιπποκράτης, ο Κικέρων κ.α. που αν και είχαν δώσει Ιερό όρκο σιγής άφησαν ορισμένες «ανοικτές πόρτες» ώστε σε πρώτη φάση να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των μέχρι τότε αμύητων και σε δεύτερη φάση να καθοδηγήσουν τους ήδη μυημένους σε ανώτερα επίπεδα.
Για τους φιλοσόφους των Ελευσίνιων η γέννηση στον φυσικό κόσμο είναι ο θάνατος με την πλήρη σημασία της λέξεως και η μοναδική αληθινή γέννηση είναι αυτή της πνευματικής ψυχής του ανθρώπου που αναδύεται από τον τάφο της σωματικής φύσης.

Ο Σωκράτης γνωρίζοντας ήδη το δαιμόνιο ( την εσωτερική ψυχική του υπόσταση) αρνήθηκε να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, γιατί συνειδητοποίησε ότι η συμμετοχή του θα του σφράγιζε το στόμα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι μυημένοι φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων ο Αριστοτέλης ο Αντισθένης, οι φιλόσοφοι της πυθαγόρειας και ελεατικής σχολής καθώς και οι πολυάριθμοι μαθητές τους συγκροτούσαν μια κατά κάποιο τρόπο φωτισμένη κοινωνία που πίστευαν στον Ένα και μοναδικό Θεό δημιουργό του παντός και σε αυτόν τον «άγνωστο» χωρίς όψη αρχή και τέλος Θεό αφιέρωσαν βωμό που βρήκε κατά την περιοδεία του στην Αθήνα ο απόστολος Παύλος.
Το θρησκευτικό δόγμα των μυστηρίων πού έλεγε ότι μόνο οι μυημένοι είχαν πρόσβαση στη μετά θάνατον μακαριότητα, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του ιερού μόνο στους μύστες και δημιούργησε αθρόα προσέλευση των πιστών στην Ελευσίνα. Λόγω των ψυχικών αλλά και σωματικών δοκιμασιών οι περισσότεροι από αυτούς έσπευσαν κυρίως να μυηθούν κατά τα νεανικά τους χρόνια, αλλά υπήρξαν και πολλοί πιστοί που μη θέλοντας να χάσουν τη θεία χάρη έσπευσαν προς μύηση όταν αισθάνονταν ότι το τέλος της ζωής τους πλησιάζει.
Κυρίως λοιπόν μετά την εποχή των Περσικών Πολέμων, αφού οι Πέρσες έκλεψαν και κατέκαψαν όλα τα ιερά των Αθηνών, βλέπουμε να αποκλείονται οι βάρβαροι και δικαίωμα στη μύηση είχαν μόνο οι Αθηναίοι πολίτες. Δικαίωμα μύησης δεν είχαν επίσης οι τελέσαντες εγκλήματα και διάφορες ιερόσυλες πράξεις, άσχετα με το πόσο υψηλό αξίωμα είχαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν του αυτοκράτορα Νέρωνα, στον οποίο δεν επετράπη η συμμετοχή.
Υπάρχουν όμως και καταγεγραμμένες περιπτώσεις ξένων που γνώριζαν Ελληνικά και μυήθηκαν, αφού πρώτα τους είχε προτείνει κάποιος ήδη μυημένος (ανάδοχος) και είχαν πολιτογραφηθεί Αθηναίοι.

Έτσι συμπεραίνουμε ότι υπήρχε από τους παλαιούς εκείνους χρόνους, υψηλό θρησκευτικό αίσθημα μεταξύ των Ελλήνων που συνέβαλε στη κατάργηση της φοβίας και της δεισιδαιμονίας, εξύψωσε τη λαμπρότητα του νου, την έξαρση του ελληνικού πνεύματος, αλλά και του πατριωτισμού, αφού κατάφερε και ένωσε σε μία καινούργια νοητική διάσταση όλους τους τότε διασκορπισμένους ανά τη γη μυημένους Έλληνες. Η φήμη των μυστηρίων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν τόσο μεγάλη ώστε πολλοί ρωμαίοι ευγενείς και φιλέλληνες αυτοκράτορες όπως ο Αδριανός, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Κόμοδος κατέφθασαν στην Αθήνα για να σπουδάσουν φιλοσοφία και να λάβουν μέρος στα μυστήρια.

Κανείς απ τους μύστες δε μπορούσε να λάβει μέρος στα μεγάλα μυστήρια εάν προηγουμένως δεν είχε λάβει μέρος με επιτυχία στα μικρά τον μήνα Ανθεστηρίων στις όχθες του Ιλισού. Πολλές φορές μάλιστα ο μύστης λόγω διαφόρων κυρίως νοητικών δυσκολιών έπρεπε να περάσει μια, δύο η και τρεις φορές από τη προπαρασκευαστική μύηση των μικρών μυστηρίων ώστε να λάβει με επιτυχία μέρος στα μεγάλα μυστήρια της Ελευσίνας.

Οι ιέρειες και οι ιερείς της Δήμητρας είχαν το δικαίωμα να απαγορεύσουν τη μύηση σε όσους θεωρούσαν βέβηλους και δια θεσπισμένου νόμου απαγορεύονταν η μύηση σε διεφθαρμένους, προδότες, λιποτάκτες, αδιάφορους στα της πόλης κοινά καθώς και τους δούλους. Αυτό και μόνο δηλώνει τη μεγάλη σπουδαιότητα καθώς και τον υψηλό θρησκευτικό χαρακτήρα των μεγάλων μυστηρίων. Είναι επίσης καταγεγραμμένες περιπτώσεις που ορισμένοι κατηχούμενοι αν και είχαν περάσει επιτυχώς απ τα μικρά μυστήρια δεν ευρέθησαν καταλλήλως εξαγνισμένοι από τους ιερείς ώστε τους απαγορεύθηκε η είσοδος και η συμμετοχή στα εντός του ναού τελούμενων μεγάλων μυστηρίων.

Ο μυστηριακός άρρητος πυρήνας που χαρακτήριζε όλα τα αρχαία και ειδικότερα τα Ελευσίνια μυστήρια ασκεί μέχρι και σήμερα δυνατή έλξη για περαιτέρω μελέτη και έρευνα. Υποθέτω ότι έτσι και τότε, θα ασκούσε έλξη για γνώση, ειδικά σε αυτούς που είχαν μέσα τους αναπτυγμένη την αίσθηση του θρησκευτικού ανικανοποίητου καθώς και σε αυτούς που αισθάνονταν φυσική δίψα για μάθηση και ψυχική ανάταση. Η μυστικότητα και ο βαρύς όρκος σιωπής που τα περιέβαλε, έγινε αφορμή για διαφορετικές σύγχρονες ερμηνείες τους άλλες φορές αντιφατικές μεταξύ τους και άλλες φορές πολύ προχωρημένες, αγγίζοντας αυτό που στις μέρες μας ορίζουμε ως επιστημονική φαντασία. Οι περισσότεροι από τους σύγχρονους μελετητές είναι εκείνοι που υποστηρίζουν τη στερεότυπη άποψη ότι το μυστικό των Ελευσίνιων μυστηρίων είναι καλά κρυμμένο από βαρύ πέπλο μυστηρίου ώστε είναι αδύνατη η εύρεση και η αποκάλυψη του.

Δε συμφωνώ με αυτή την άποψη για το λόγο ότι μπορεί να μη ξέρουμε λεπτομέρειες για τις ιερουργίες και σχεδόν τίποτα για τα άρρητα τους, αλλά τουλάχιστον έχουμε ορισμένες αναφορές που μας επιτρέπουν να κάνουμε μια αρχή προσέγγισης. Είναι προτιμότερο να λαμβάνουμε υπό όψη μας όλες τις απόψεις παρά να απορρίπτουμε μερικές από αυτές όσο τολμηρές και αν είναι. Με υπομονή και παρατηρητικότητα νομίζω ότι είναι δυνατό όχι μόνο να προσεγγίσουμε αυτό το πέπλο μυστηρίου αλλά και να κατορθώσουμε να ανασηκώσουμε έστω και μία εκ των τεσσάρων γωνιών του, ώστε να αποκαλυφθεί το εσωτερικό φως, που αν και καλά κρυμμένο φωτίζει αυτοβούλως εκείνα τα μυαλά που αν και δε το βλέπουν κινούνται πέριξ αυτού και κρίνονται ικανά να λάβουν γνώση εκ των έσω.

Το τελετουργικό των Ελευσίνιων μυστηρίων ήταν πολύπλοκο και η κατανόησή του απαιτούσε απελευθέρωση του νου ως προ το νοητικό κατεστημένο αλλά και την εις βάθος μελέτη της Ελληνικής Μυθολογίας. Οι συγκρίσεις και οι παραλληλισμοί των έξω και των έσω θα πρέπει να θεωρούνταν ως αυτονόητα.
Η πρωταρχική ένωση του Θεϊκού Θηλυκού με το Ιερό Αρσενικό παριστανόταν συμβολικά με την τελετουργία του Ιερού Γάμου δίνοντας στο σύμπαν τα πρώτα σημάδια ζωής. Η Γη κι ο Ουρανός αποτελούν ως φαίνεται το πρώτο ζευγάρι στις περισσότερες θρησκείες του κόσμου. Στην Ολύμπια μυθολογία (αυτή που ακολούθησε μετά την τιτανομαχία), το ρόλο του ουράνιου θεού αναλαμβάνει πλέον ο Δίας. Αυτός με τη σειρά του παντρεύεται την Ήρα, που ως καινούργια σύζυγος-παραστάτης του νέου θεού (μετά τον Κρόνο) είναι μια νεότερη εκδοχή της προϊστορικής Θεάς και γυναίκας του Κρόνου που το όνομά της κατά μια ερμηνεία συνταυτίζεται με το έρα (Ρέα)= (γη). Η Ρέα ως σύζυγος του Κρόνου – Χρόνου φαίνεται ότι ταυτίζετε περισσότερο με την ύλη παρά με τη γη. Μια ειδικότερη έκφανση της μορφοποιείται και εμφανίζεται ως Δήμητρα (Δημήτηρ= Γη Μήτηρ), η οποία κυοφορεί την Περσεφόνη -το σπόρο του σιταριού που θάβεται και ξαναγεννιέται.

Η Δήμητρα ως προστάτης των γυναικών των γάμων και γενικώς των θεσμών λατρεύτηκε και ως θεσμοφόρος έχοντας ειδική τελετουργική τιμή για αυτές της τις ιδιότητες μέσα από λατρευτικές τελετές-εορτές τα Θεσμοφόρια.
Μπορούμε έτσι να πούμε ότι μέσα από αυτή τη διπλή ιδιότητα της ως προστάτιδας του γάμου αλλά ως πρώτης διδασκάλισσας της σποράς και της συγκομιδή των δημητριακών συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία και την ανάπτυξη των πόλεων, της σταθερής χωρίς μετακινήσεις πλέον διαβίωσης από τους ανθρώπους. Βλέπουμε τη Δήμητρα ως έννοια να λειτουργεί σαν μια γήινη μήτρα για τα φυτά αλλά και ως μια μεγάλη αγκαλιά για τους ανθρώπους, αφού τους θρέφει κατά τον βίο τους και παράλληλα τους δέχεται μέσα στους κόλπους της κατά τον θάνατο τους.

Οι μύστες συνάμα διδάσκονταν κατά τη διάρκεια ενός έτους, υψηλά θρησκευτικά δόγματα όπως η εγκράτεια η αρετή η σωφροσύνη η δικαιοσύνη αλλά και η ανεξικακία και η ελευθερία της συνειδήσεως γνωστή στις μέρες μας ως ανεξιθρησκία. Λογικό είναι βέβαια η γνώση να μη μεταδίδονταν κατ ευθείαν σε όλους τους μετέχοντες, αλλά σταδιακά παίρνοντας τους μεθοδικά από διάφορα επίπεδα-στάδια όπως μας λεει και ο Πλάτων στον Φαίδωνα:

«Εισί γάρ δή οι περί τάς τελετάς ναρθηκοφόροι μέν πολλοί βάκχοι δε τε παύροι»
δηλαδή (πολλοί έλαβαν μέρος εις τα μυστήρια αλλά λίγοι είναι οι εκλεκτοί). Με τη κλιμακωτή γνώση και ειδικότερα μετά τη γνώση για τον Ένα και μοναδικό θεό οι μύστες θα μπορούσαν να καταλάβουν ευκολότερα μεγάλες αφηρημένες έννοιες όπως της μεταφυσικής και της ηθικής αλλά και να κατανοήσουν την αλληγορία των μύθων καθώς επίσης τις φυσικές δυνάμεις που μέχρι τότε τις αντιλαμβάνονταν με τις μορφές διαφόρων θεών.

Εξ άλλου πολλά χρόνια πριν ο Ορφέας είχε ξεκινήσει το προπαρασκευαστικό μονοθεϊστικό έργο του μέσα από τους μύθους και τους ύμνους του. Από αυτόν με τη σειρά τους οι φιλόσοφοι παρέλαβαν μεγάλες έννοιες και αλήθειες και κατόπιν οι ποιητές μαζί με τους ιερείς μεταλαμπάδευσαν στους Έλληνες τις παρομοιώσεις των φυσικών φαινομένων με τα ονόματα των θεών.
Στα πρώτα στάδια της μύησης οι διδαχές δε θα μπορούσαν βέβαια να μην ήταν απλές και αλληγορικές. Αρχικά οι ιερείς συνέκριναν τον Δια με τον αιθέρα, την Ήρα με τον αέρα και η συνεύρεση αυτών των δύο είχε ως παράγωγα τα ουράνια φαινόμενα όπως η βροχή το χαλάζι οι αστραπές οι βροντές κλπ.

Ω μέγας αιθήρ! Ω Ζεύ!
Αναφωνεί μέσα από τις τραγωδίες του ο Σοφοκλής, όπως και ο Ευριπίδης:
Οράς τόν υψού τόν δ άπειρον αιθέρα

τούτον νόμιζε Ζήνα,τόν δ ηγού θεόν<

-
Όμνυμι ιερόν αιθέρ’ οίκησιν Διός

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ορφικά και πυθαγόρεια μυστήρια

Αισθητική του Υπαρξισμού

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα και στον Τίμαιο του Πλάτωνα