ΤΑ ΛΑΒΥΡΙΝΘΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ.

Συναφή με την τάξη των Κορυβαντικών Μυστηρίων, ήταν τα Λαβυρινθικά, σαν δεύτερη τάξη των Κρητικών Μυστηρίων του Ιδαίου Δία.
Σ’ αυτά οι μυήσεις ήταν προορισμένες για τους λίγους δοκιμασμένους, εκείνους που είχαν περάσει από την τελευταία μύηση των Κορυβαντικών, εκείνους δηλαδή που είχαν γίνει βάκχοι - ιερείς και είχαν υποστεί τη λεγόμενη Θρόνωση ή Θρονισμό. Καθώς ήταν επόμενο, στις ιεροπραξίες τους λάβαιναν μέρος μόνο ιερείς του Θεού Δία και της Μεγάλης Μητέρας Ρέας - Γης.
Οι ιεροπραξίες που γίνονταν σ’ αυτά είχαν τον ίδιο σκοπό και την ίδια Τεχνική με τις ιεροπραξίες της εσωτερικής λατρείας της Μεγάλης Μητέρας. Αλλά η πρωτοστασία του αρσενικού τύπου στην τέλεσή τους, δηλαδή η πρωτοστασία των ιερέων του Δία ήταν φανερή γιατί πρωτοστατούσε το ηλιακό στοιχείο της γονιμότητας, που συμβολιζόταν με τον Ηλιακό  Ταύρο.
Βαθμοί μυήσεως στα Λαβυρινθικά που θεωρούνται και εσωτερικοί βαθμοί των Κρητικών Μυστηρίων του Ιδαίου Δία, ήταν : ο Λαβυρινθικός Χορός, ο του ιερού Γάμου ή του Ιερού Διπλού Πέλεκυ και ο Βαθμός των Ιεροφάντων μυσταγωγών.
Ο Λαβύρινθος ήταν κυρίως μεγάλο πολύπλοκο υπόγειο σπήλαιο με πολλές και καμπυλωτές διόδους. Οι Λαβύρινθοι είναι οι τόποι χορού που συνδέονται με έναν χορό Λαβυρινθικού Τύπου. Στους χορευτικούς λαβύρινθους ξεχωρίζει πάντα μια γυναικεία μορφή, που πρέπει να κατακτήσει ο Κορυφαίος του χορού. Η κατάκτησή της επομένως είναι ένας ιερός Γάμος, μια ιερή ένωση του νικητή, του Ιερέα με τη Θεά του - βασίλισσα που στην προκειμένη περίπτωση του Κρητομινωικού Λαβύρινθου είναι η Αριάδνη.
Γιατί στην Αριάδνη, στη θυγατέρα του Μίνωα και της Πασιφάης, που ήταν πολύ στενά συνδεδεμένη με το Διόνυσο από την αρχή, για να γίνει σύζυγός του έπειτα, στη μεγάλη τούτη θεά, ανήκαν στα πανάρχαια χρόνια οι Λαβυρινθικοί χοροί της Κρήτης και των άλλων κέντρων της λατρείας της.
Ο νικητής, κορυφαίος του ανδρικού χορού αναδεικνύεται σύντροφος της κορυφαίας του γυναικείου, της χρονιάς εκείνης.
Ιερός Γάμος επομένως είναι ο βαθμός εκείνος της μυητικής ιερουργίας των Λαβυρινθικών που προσφέρει στους Μύστες της τη θεία Δωρεά, τις ενωμένες δηλαδή δυνάμεις του ζεύγους των Μεγάλων Θεών, στη μορφή του Διόνυσου Ελευθερέα, που είναι σε ανώτερη μυσταγωγική βαθμίδα η μεταμόρφωση του Ζαγρέα των Κορυβαντικών.
Η θεία αυτή Χάρη, η κάθοδος της ενωμένης πνευματικής δύναμης του ζεύγους των Μεγάλων θεών, που προσφέρεται με τη νέα μορφή του Διόνυσου των Λαβυρινθικών, είναι το αίμα και η σάρκα του θυσιαζόμενου Ιερού Ταύρου, του Μινώταυρου, για να αναστηθεί με τη συμπαράσταση της Αριάδνης, στη νέα μορφή του αγωνιστή κορυφαίου. Για να αναστηθεί δηλαδή στον νέο Ιεροφάντη Μυσταγωγό, στο γήινο αντιπρόσωπο της θεότητας, στον Ιερέα - Βασιλιά, τον ιερό δηλαδή Κρητικό Ταύρο. Σύμβολό του τότε γίνεται ο Χρυσός Διπλός Πέλεκυς - Ιερή ποιμαντορική Ράβδος - λάφυρο της νίκης του, ιερό φυλακτό του, που κέρδισε στη λαβυρινθική δοκιμασία.
Στα χρόνια της ακμής του Μινωικού πολιτισμού οι πιστοί παραδέχονταν ότι και άνθρωποι ικανοί και ανώτεροι μπορούσαν να ενσαρκώσουν παροδικά ή να δέχονται τη θεότητα. Κάτι παρόμοιο που κι εμείς σήμερα το λέμε Θεοφάνια, επικοινωνία πνευματική, έμπνευση και θεία χάρη δοσμένη από το Θεό.
Η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρει ότι η βασίλισσα καθισμένη στον σκαλιστό αλαβάστρινο θρόνο της στο ανάκτορο της Κνωσού, παρίστανε τη Θεά και μετείχε στην τελετουργία. Υπήρχαν όμως και οραματικά Θεοφάνια. Ιερείς και Ιέρειες, πέφτοντας σε έκσταση με ένα οργιαστικό χορό, έβλεπαν τη Θεά να κατεβαίνει για μια στιγμή κοντά στο μικρό ιερό ή στο βωμό της. Ο μινωικός πολιτισμός αισθανόταν τη θεότητα σαν κάτι μυστηριακό, φευγαλέο και άπιαστο, που μόνο στιγμιαία παρουσιαζόταν με ανθρώπινη μορφή ή με διάφορες μορφές ιερών ζώων.
Στην Κρήτη ο ταύρος ταυτίζεται με τον ουρανό και τον ήλιο, που γονιμοποιούν τη γη με τη ζέστη και τις βροχές, ενώ το θηλυκό στοιχείο, η θεϊκή αγελάδα, συσχετίζεται με τη Σελήνη, που το σχήμα της θυμίζει τα κέρατα. Έτσι ο γάμος του ταύρου με την αγελάδα είναι μαζί γάμος του ήλιου και του φεγγαριού. Αργότερα τα πρόσωπα του ιερού αυτού γάμου τα υποδύεται ο βασιλιάς και η βασίλισσα της Κνωσού, που το όνομα της Πασιφάης, δηλαδή ολόφωτη, δείχνει ακριβώς τη σχέση της βασίλισσας - Θεάς με τη Σελήνη. Ο γιος της ο Μινώταυρος, άνθρωπος με κεφάλι ταύρου, λέγεται και Αστερίων, γιατί και αυτός όπως και ο πατέρας του, ταυτίζεται με τον έναστρο ουρανό.  
Αυτός λοιπόν ο Μινώταυρος μυθεύεται ότι φονεύεται από το νικητή της Λαβυρινθικής ιερουργίας. Η θυσία ή ο φόνος του Ταύρου, συμβόλιζε τη σκοπιμότητα της ιεροπραξίας των Λαβυρινθικών για την αναγέννηση από το αίμα του, του νέου Ιεροφάντη μυσταγωγού. Η θυσία του ταύρου όμως και ξεχωριστά η θυσία του Μινώταυρου και το «ταυρείο αίμα» του, που προσφερόταν ως θεία δωρεά στους ιερείς και ιέρειες των Λαβυρινθικών, για να αναστηθεί από τον πιο άξιο ο νέος Ιεροφάντης, είναι κάτι συμβολικό που δύσκολα μπορούσε να ερμηνευθεί από τους αμύητους. Γιατί όπως και στα «Λιθικά» του Ορφέα, που καθώς φαίνεται είναι βαθμοί μυστηριακών μυήσεων, η «αναίμακτη θυσία» ήταν καθιερωμένη από τους μεγάλους μυσταγωγούς, έτσι και στην Κρητομινωική πανάρχαια λατρεία η αναίμακτη προσφορά ήταν το ίδιο καθιερωμένη και κατά συνέπεια η αιματηρή θυσία ήταν συμβολική.
Η προσφορά λοιπόν του Ζαγρέα Διόνυσου στα Κορυβαντικά και η θυσία του Μινώταυρου - Ιερού Ταύρου Διονύσου στα Λαβυρινθικά, ήταν η θεία Δωρεά - κάθοδος της πνευματικής δύναμης, του συμβολικού ταυρείου αίματος, που αφού πέρασε από διάφορα στάδια και στα άλλα ελληνικά Μυστήρια των ιστορικών χρόνων, όπως και στα Μιθραϊκά των Περσών κ.λ.π. πέρασε και στα Χριστιανικά στους μετέπειτα αιώνες. Έγινε δηλαδή το «Αίμα και η Σάρκα του Χριστού», θεία δωρεά επίσης για την ψυχοπνευματική ανάσταση των ανθρώπων της Χριστιανικής θρησκείας.

ΜΥΗΣΗ

Όταν ο Πυθαγόρας πήγε στην Κρήτη για να μυηθεί, λέει ο Πορφύριος, στα Μυστήρια, έκανε καθαρμούς στην παραλία της Κρήτης αφού νήστεψε εννιά μέρες και έπειτα πήγε στο Ιδαίο Άντρο όπου γινόταν η μύηση. Αν σταθούμε στη μύηση του Πυθαγόρα, οπωσδήποτε οι υποψήφιοι έπρεπε προηγουμένως να καθαρθούν στη θάλασσα και να νηστέψουν εννιά μέρες. Επίσης η μύηση γινόταν στο Ιδαίο Άντρο.
Για το πως γινόταν η μύηση εκείνα τα χρόνια δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτα. Και όσα γράφονται αποτελούν εικασίες που στηρίζονται σε αυθαίρετες και ατελείς πληροφορίες των αρχαίων και μάλιστα Αττικών συγγραφέων τους οποίους ρητώς κατακρίνει ο Πλάτωνας για τις μεροληπτικές για τους Κρήτες γνώμες και κρίσεις τους.
Μερικοί πιστεύουν ότι το ανάκτορο της Κνωσού ήταν ναός και ότι εκεί τελούνταν τα Μυστήρια. Τη γνώμη τους τη στηρίζουν στο γεγονός ότι μέσα στο ανάκτορο της Κνωσού βρέθηκε ένας μικρός βωμός και πάνω του βρέθηκαν θρησκευτικά σύμβολα.
Κεντρικά στοιχεία των μυητικών τελετών είναι ο πλασματικός θάνατος και η πλασματική αναβίωση του μύστη, που πεθαίνει στην παλιά του κατάσταση και ανασταίνεται σε  μια υψηλότερη σφαίρα.
Επίσης το πολύ διαδεδομένο έθιμο στην Κρήτη, ως την ελληνιστική εποχή ήταν ότι τα αγόρια και τα κορίτσια από ελεύθερους γονείς, όποια κι αν ήταν η ειδικότητά τους, υποβάλλονταν στο σύστημα της ομαδικής μυήσεως, που αντικαθιστούσε την εκπαίδευση, τον εξαγνισμό, τη δοκιμασία και την τελειοποίηση. Εμπιστεύονταν τα παιδιά όταν πλησίαζαν να γίνουν έφηβοι, σε ηλικιωμένους παιδαγωγούς που τα συγκέντρωναν σε ομάδες ή αδερφάτα : γνωρίζουμε τα ονόματα των Μελισσών, των Άρκτων, των Δακτύλων, των Κουρητών, των Κυκλώπων. Αυτοί ήταν οι σύντροφοι και μύστες του υπέρτατου θεού της Ίδης.
Τα διδασκαλεία όπου γινόταν η μύηση ήταν ανάλογα με τις περιοχές, για βοσκούς, σιδηρουργούς, χτίστες, αγγειοπλάστες, κυνηγούς, μάντεις. Σκοπός τους ήταν να μεταμορφώσουν το ατελές αυτό πλάσμα, το παιδί, σε τέλειο ον, αυτή την χωρίς προσωπικότητα, φύλο και πραγματικό όνομα κάμπια, σε ζωντανό μέλος του κοινωνικού συνόλου. Κι έτσι, το έπαιρναν μακριά από το χωριό, από τους γονείς και τα παιγνίδια του, το ανάγκαζαν να κοιμάται σε σκληρό κλινάρι, να μαθαίνει να μηχανεύεται και να κυνηγάει για να ζήσει, να μαθαίνει να κυριαρχεί το φόβο του, καθώς κατέβαινε  στις σπηλιές, όπου γινόταν η μύηση και καθώς αντίκριζε «τέρατα» ή προσωπεία, να μαθαίνει, τέλος,  τους κανόνες και τα κόλπα του επαγγέλματος. Αγόρια και κορίτσια άλλαζαν ρούχα, φορούσαν προσωπεία, φτιάχνονταν. Εξομοιώνονταν για μια στιγμή με νεκρούς. Μύηση σημαίνει καινούρια απαρχή. Πρέπει να πεθάνει κανείς για να ξαναγεννηθεί.
Έτσι ο νέος - α κατά τη διάρκεια των μυητικών αυτών ιεροτελεστιών πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να αναλάβει τις ευθύνες του - της και να δείξει το θάρρος και την αντοχή του - της. Ο μυούμενος - η «πεθαίνει» για να «ξαναγεννηθεί», αποποιείται την άγνοια και ασκείται στη γνώση, στην ουσία «εκπαιδεύεται». Με τη μύηση οι νέοι καθαίρονται, διδάσκονται και εντάσσονται στη νέα τους κατάσταση.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ορφικά και πυθαγόρεια μυστήρια

Αισθητική του Υπαρξισμού

H κοσμογονία στον Πυθαγόρα και στον Τίμαιο του Πλάτωνα